Τρίτη, 29 Απριλίου 2008
Περί του αδύνατου της βίωσης μιας ψύχωσης, ή τι δεν με βοηθάει, όταν τρελαίνομαι ( Thilo von Trotha[1], Berlin)
Η ιδέα γι’ αυτό το Συμπόσιο με θέμα «Τι με βοηθάει, όταν τρελαίνομαι;» προέρχεται από ένα κεφάλαιο από το βιβλίο των Kerstin Kemper και Peter Lehmann «Αντί Ψυχιατρικής», στο οποίο 17 άνθρωποι από 9 διαφορετικά ευρωπαϊκά και βορειοαμερικανικά κράτη εξιστορούν τα προσωπικά τους βιώματα απ’ την ψυχιατρική και περιγράφουν από συνειδητά υποκειμενική σκοπιά, τι τους βοήθησε στην επαφή τους με την τρέλα τους.
Η τρέλα και η προσωπική εμπλοκή με την ψυχιατρική δεν είναι καθόλου ταυτόσημα πράγματα. Υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι σε ψυχιατρικά ιδρύματα, οι οποίοι δεν βρίσκονται εκεί εξαιτίας των «τρελών» βιωμάτων τους, και αντίστροφα, υπάρχουν πολλοί με έντονα βιώματα τρέλας, που δεν καταλήγουν ποτέ στα ψυχιατρεία.
Τα ψυχιατρικά ιδρύματα είναι κατά κανόνα χώροι, στους οποίους αυτή τη στιγμή δεν συναντάται (πλέον) η τρέλα και οι οποίοι, εξαιτίας της άκαμπτης ιδρυματικής δομής βίας και πειθαναγκασμού που διαθέτουν, προσφέρουν λιγότερο ελεύθερο χώρο κίνησης από ό,τι άλλοι κοινωνικοί χώροι. Ένας φίλος μου, που προσπάθησε να με βγάλει από το άσυλο, έλεγε πάντα: «Αν θες να βγεις από εδώ ξανά, πρέπει να γίνεις πιο φυσιολογικός από τους φυσιολογικούς: ας πούμε παθολογικά φυσιολογικός». Πιστεύω, ότι αυτή η παρατήρηση αποδίδει εύστοχα τις υπάρχουσες συνθήκες.
Μείνετε παρακαλώ κατά την ανάγνωση αυτού του κειμένου όσο πιο κοντά γίνεται στις δικές σας εμπειρίες, και μη σκέφτεστε τόσο, πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίσετε τον γυμνό άνδρα στο δρόμο, το δράστη μιας δολοφονίας ή μια γριά γυναίκα σε σύγχυση. Το θέμα μας είναι το τι βοηθά (ή θα βοηθούσε) εσάς μόνο, όταν τρελαίνεστε, γιατί πρόκειται για εμπειρίες, οι οποίες, ενώ είναι ασυνήθιστες, έχουν μια μεγάλη, συχνά παραγνωρισμένη εγγύτητα με όλη τη καθημερινότητα μας – μια εγγύτητα, η οποία εκφράζεται μεταξύ άλλων και μέσα από το πόσο συχνά σκεφτόμαστε ή φωνάζουμε σε δύσκολες καταστάσεις φράσεις όπως «Μου στρίβει» ή «τρελαίνομαι».
Περί της αυταπάτης ενός ελεύθερου διαλόγου μεταξύ άμεσα ενδιαφερόμενων και ψυχιάτρων
Τα τελευταία χρόνια έχω αφηγηθεί επανειλημμένως σε παρόμοιες εκδηλώσεις τις προσωπικές μου «ψυχιατρικές εμπειρίες», με τις οποίες τεκμηριώνω την προσωπική μου αντιψυχιατρική επιχειρηματολογία. Παρά τις συνήθως γεμάτες ενδιαφέρον, καλοπροαίρετες αντιδράσεις των ακροατών – και μάλιστα των ίδιων των εργαζομένων σε ψυχιατρεία –, με καταλαμβάνει αμέσως μετά ένα σαχλό συναίσθημα: σαν να έχω κάπως εκπορνευτεί, εκμυστηρευτεί και χρησιμοποιήσει κάτι προσωπικό, το οποίο δεν θα μπορούσε να διαφυλαχτεί επαρκώς σε ένα δημόσιο πλαίσιο και όφειλε να παραμείνει προστατευμένο ως κάτι αυστηρά ιδιωτικό. Βέβαια, μπόρεσα να ξυπνήσω το ενδιαφέρον του κοινού, αλλά η προσοχή για το πρόγραμμα που παρουσίαζα, υπερκαλύφθηκε και εκτοπίστηκε από ένα σχεδόν ηδονοβλεπτικό ενδιαφέρον για την κατάσταση, για το ότι δηλαδή ένας «αποθεραπευμένος τρελός» εκτίθεται σε μια δημοσιοποίηση του εαυτού του. Εκτός αυτού, το διάβημα βρίσκεται σε τεράστια αντίφαση προς τη πεποίθηση μου, ότι όλες οι μορφές τρέλας αποτελούν ριζοσπαστικά ατομικές εκδηλώσεις. Γι΄ αυτόν τον λόγο, η γνησιότητα και η πραγματικότητα τέτοιων εμπειριών χάνεται στο βαθμό, που από την δημοσιοποίησή τους παράγεται η εντύπωση μιας γενικευσιμότητάς τους στην κοινή γνώμη.
Τελικά συνειδητοποίησα ότι ένας διάλογος με νόημα μπορεί να αναπτυχθεί μόνο όταν απουσιάζουν όχι μόνο αρνητικές, αλλά και τυχόν θετικές προκαταλήψεις σε σχέση με τους άμεσα ενδιαφερόμενους και ότι δεν αρκεί η βιογραφική σύμπτωση μιας ψυχιατρικής νοσηλείας για να κινηθεί το ενδιαφέρον προς συγκεκριμένα πρόσωπα και να κληθούν να μιλήσουν δημόσια άνθρωποι, που βρέθηκαν στα ψυχιατρεία, αλλά τελικά επιλέγονται απ’ αυτούς τα πρόσωπα εκείνα, που διαθέτουν κάποιες αξιοπρόσεκτες γνώσεις και την εμπειρία της βαθύτερης επεξεργασίας της εμπειρίας που είχαν με την ψυχιατρική. Αυτό σημαίνει ότι για τους άμεσα ενδιαφερόμενους υπάρχουν μόνο δύο δυνατότητες, ώστε να στηρίξουν έναν ισότιμο διάλογο με μη άμεσα ενδιαφερόμενους: ή σε μια συζήτηση μεταξύ ειδικών με επαγγελματίες της ψυχιατρικής ή της αντιψυχιατρικής, ή σε καθαρά προσωπικές συζητήσεις εμπιστοσύνης, στις οποίες μιλά κανείς για προσωπικά θέματα. ΄Ετσι, αυτό που συμβαίνει είναι ή πολιτικές και επί του πρακτέου αντιπαραθέσεις μεταξύ εκπροσώπων διαφόρων κοινωνικών και πολιτικών ομάδων ή φιλικές συνομιλίες μεταξύ γνωστών. Όμως, μεταξύ των τεχνοκρατών και των (πρώην) εγκλείστων ενός ιδρύματος ένας ελεύθερος και καινοτόμος διάλογος είναι εξαρχής ανέφικτος.
Κανένας δικαστής δε θα είχε την ιδέα, να ανοίξει μια προσωπική συζήτηση με τον κατηγορούμενο. Κανένας ιερέας δε θα ρωτούσε τον πιστό για τα προσωπικά του προβλήματα κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης. Κανένας δεσμοφύλακας δεν προσφέρεται στον φυλακισμένο ως φυσικός συνομιλητής για τις ενδότερες ανάγκες και χαρές του. Μόνο στην ψυχιατρική αφήνεται κανείς να παρασυρθεί από την αυταπάτη, ότι μπορεί να αγνοήσει τους νόμους της ιδρυματικής επικοινωνίας και να εκπληρώνει ταυτόχρονα τη κοινωνική λειτουργία της ψυχιατρικής ως θεσμού φύλαξης, περιθωριοποίησης και (επαν)ένταξης για τρελούς. Η αυταπάτη αυτή δίνει σε κάποιους ψυχιάτρους την άδεια, να αυτοπροσδιορίζονται πρωταρχικά ως «συνάνθρωποι», και με αυτόν τον τρόπο να σπρώχνουν στο παρασκήνιο τα καθήκοντα κοινωνικού ελέγχου και πειθαναγκασμού που οφείλουν να εκπληρώσουν. Η ψυχιατρική πρακτική που στηρίζεται σε μια τέτοια αυταπάτη είναι σίγουρα επικίνδυνη, αλλά για το λόγο ότι μέσα απ’ αυτό εξευτελίζει τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Γιατί η ψυχιατρική μπορεί μέσα από τη συνεχή παραβίαση ορίων να ενσωματώσει ακόμα και το πιο προσωπικό και εσωτερικό κομμάτι των ανθρώπων, το οποίο φυσιολογικά θα έμενε ανέπαφο από τους θεσμούς. Γι’ αυτό το λόγο, κάθε ψυχιατρική δομή έχει - εντελώς ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές προθέσεις των εργαζομένων σ’ αυτήν - την τάση να σκηνοθετεί έναν ολοκληρωτικό χώρο κοινωνικού ελέγχου.
Όταν ο άμεσα ενδιαφερόμενος μιλά για τον εαυτό του και οι εργαζόμενοι στο ψυχιατρείο τον ακούν πρόθυμα, δεν ανατρέπεται καθόλου το παλιό ψυχιατρικό πρότυπο της παρουσίασης και αξιολόγησης μιας «κλινικής περίπτωσης»: Κάποιος έχει βιώσει κάτι, και ο άλλος ήδη γνωρίζει, τι είναι αυτό «πραγματικά». Ο ένας δίνει πληροφορίες για τον εαυτό του, και ο άλλος τις ερμηνεύει υπό το πρίσμα «επιστημονικών γνώσεων», της «κοινωνικής του ευθύνης» για ανθρώπους που βρίσκονται σε οξεία φάση της τρέλας τους και της κοινωνικής εντολής, να προστατεύσει την κοινωνία από αυτούς.
Ακόμα και όταν ο άμεσα ενδιαφερόμενος νιώθει να τον παίρνουν πιο σοβαρά απ’ ό,τι σ’ ένα ιατρείο ή στο ψυχιατρικό τμήμα, ακόμα κι όταν ο ψυχίατρος θεωρεί τον εαυτό του πιο προοδευτικό, πιο ανοιχτό, με μεγαλύτερη κατανόηση από ό,τι οι προηγούμενοι συντηρητικοί συνάδελφοι του, όλες αυτές οι καλοπροαίρετες προσπάθειες παραμένουν εν τέλει μόνο ύπουλα συγκαλυμμένες νέες εκφάνσεις της γνωστής από τα παλιά ψυχιατρικής αντικειμενοποίησης του τρελού γείτονα σε ένα αντικείμενο της ιατρικής.
Σχετικά με τις τεχνητές λέξεις ψύχωση και ψυχωσική εμπειρία
H λέξη «ψυχωσική εμπειρία» είναι ενδεικτική για τη μετατόπιση και επέκταση της ψυχοκοινωνικής συζήτησης που συντελείται τα τελευταία χρόνια και η οποία εκπροσωπείται και σε αυτό το συνέδριο με την πρόσκληση άμεσα ενδιαφερόμενων ως ομιλητών. Η χρήση της αποτελεί έναν νέο λεκτικό διακανονισμό, ο οποίος δημιουργεί όλο και περισσότερη σύγχυση σ΄ αυτήν την ασαφή ζώνη ανάμεσα στην πιο ανοιχτόμυαλη πτέρυγα της κοινωνικής ψυχιατρικής και της πλευράς αυτής του κινήματος αυτοβοήθειας των άμεσα ενδιαφερόμενων, που είναι πρόθυμη για συνεργασία.
Η «ψύχωση» αποτελεί μια τεχνητή λέξη στην ορολογία μεταξύ επαγγελματιών, με την οποία επιτυγχάνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο μια σύνθεση εξαιρετικά ετερογενών μεταξύ τους φαινομένων, πρόκειται για ένα όργανο με το οποίο μπορεί από ένα ευρύτατο και πολυποίκιλο μέρος τής κοινωνικής πραγματικότητας να αποκοπεί και να διαχωριστεί κάτι, το οποίο να μπορεί να γίνει αντικείμενο θεσμικών χειρισμών, ένα είδος ψυχιατρικού νυστεριού, κινητήρας μια μηχανής εννοιών, που αποσκοπεί στην παραγωγή ιατρικών ψευδαισθήσεων.
Μια εμπειρία είναι, από την άλλη πλευρά, κάτι τελείως διαφορετικό: ένας άνθρωπος δεν βιώνει μια «ψύχωση», αλλά ένα όραμα, έναν πανικό, φόβο, την εντύπωση ότι παρακολουθείται από τη CIA, απέραντη χαρά επειδή νομίζει ότι ανακάλυψε το κανόνα του κόσμου ή απόλυτη λύπη επειδή οι άλλοι είναι ξαφνικά κάπως σκληροί και αλλαγμένοι και δεν θέλουν να καταλάβουν. Ανάμεσα στην «ψύχωση» και την «εμπειρία» δεν γίνεται να υπάρξει κανένα σημείο επαφής.
Γιατί «ψύχωση» είναι ακριβώς αυτή η αντικειμενοποιητική εξωτερική περιγραφή μιας φαινομενικά μη κατανοητής πλέον συμπεριφοράς, η οποία αναπτύσσεται υποκειμενικά από μια αυτονόητη εσωτερική μαρτυρία, από μια ενόραση.
Από αυτή την σκοπιά η πλειοψηφία αυτού του συνεδρίου αποτελείται πράγματι από ανθρώπους «με εμπειρία ψύχωσης»: ψυχίατρους και εργαζομένους στην ψυχιατρική. Γιατί μόνο αυτοί μαζεύουν εμπειρίες στην καθημερινότητά τους με αυτό το «νυστέρι»: μαθαίνουν να το χρησιμοποιούν, εμπιστεύονται τη δραστικότητα του και παρατηρούν τα αποτελέσματα της χρήσης του. Εγώ πάντως δεν είμαι σε καμιά περίπτωση άνθρωπος με εμπειρία ψύχωσης.
Απομόνωση - παράλυση - τρέλα
Τα τρία στάδια, στα οποία ολοκληρώνεται η ψυχιατρική θεραπεία, θα μπορούσαν να έχουν τους παραπάνω τίτλους. Όποιος καταλήγει στην ψυχιατρική, εκτίθεται σε μια τριπλή πίεση ή βία: α) τη φυσική, μέσα από τον εγκλεισμό, την απαγόρευση εξόδου, την απομόνωση, την καθήλωση (δέσιμο) και σε πολλές περιπτώσεις την άσκηση σωματικής βίας από το προσωπικό του ιδρύματος. β) τη χημική, από τα νευροληπτικά φάρμακα και γ) τη λεγόμενη ψυχοθεραπευτική, με την αναγκαστική συμμετοχή του σε ατομικές ή ομαδικές συζητήσεις. Τα τρία αυτά στάδια ακολουθούν το ένα το άλλο και έχουν τον ίδιο στόχο: την απαλλαγή του άμεσα ενδιαφερόμενου από την τρέλα του.
Αν το δει κανείς απ’ έξω, το πρώτο από τα στάδια είναι το πιο προβληματικό και αυτό που επιδέχεται μεγαλύτερης κριτικής, ενώ το δεύτερο είναι κάπως άβολο, αλλά περισσότερο ανθρώπινο με τους «αρρώστους». Το τρίτο στάδιο αποτελεί από αυτή τη σκοπιά μια πραγματική ευκαιρία και παρέχει τη δυνατότητα στον «άρρωστο» να μάθει μόνος τους να αντιμετωπίζει την αρρώστιά του και να την εντάξει σε μια ουσιαστικά ελαχιστοποιημένη ζωή.
Εντελώς αντίστροφή είναι η άποψη που έχει ένας άμεσα ενδιαφερόμενος από αυτή την τριπλή «επεξεργασία» της «ψύχωσης»: η σωματική βία (περιορισμός, απομόνωση, ακινητοποίηση) είναι μεν κατά κανόνα ασυνήθιστη, υποτιμητική και επώδυνη, αλλά υποφερτή με την έννοια, ότι παρουσιάζει ένα είδος αρνητικής, φυσικής εμπειρίας, την οποία μπορούμε να την κατατάξουμε σε ό,τι ζήσαμε παλαιότερα ή τουλάχιστον ακούσαμε ή είδαμε. Η ψυχική βία είναι σίγουρα φριχτή, αλλά όχι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο. Η χημική βία, με την έννοια της λήψης νευροληπτικών φαρμάκων είναι ασύγκριτα πιο καταστροφική, γιατί έχει τρομακτικές σωματικές συνέπειες, που προκαλούν τρόμο, και αλλάζει δραματικά τη συνηθισμένη αντίληψη και το εσωτερικό βίωμα του ανθρώπου που τα παίρνει. Σ’ αυτό το πλαίσιο προσβάλλεται η σωματική και ψυχική αντίληψη του εαυτού σε ένα επίπεδο, στο οποίο εδράζουν οι άμεσες νευροφυτικές, αισθητηριακές και βασικές αντιληπτικές λειτουργίες, τις οποίες συναντά ο άνθρωπος από τη γέννησή του και αποτελούν υπό κανονικές συνθήκες τον πυρήνα της σωματικής και πνευματικής ταυτότητάς του, που κανείς δεν μπορεί να αγγίξει. Ακόμα και σε ένα ταξίδι τρόμου υπό την επίρροια των λεγόμενων σκληρών ναρκωτικών, δεν αισθάνεται ο άνθρωπος τόσο αποξενωμένος από τον εαυτό του, όσο υπό την επίρροια νευροληπτικών φαρμάκων. Την απόλυτη καταστροφή ολοκληρώνει ωστόσο το τρίτο στάδιο, η εντός της κλινικής ψυχιατρική «ψυχοθεραπεία», γιατί αυτή τείνει να εσωτερικεύσει τα αποτελέσματα των δύο πρώτων σταδίων στην αυτοεικόνα του ενδιαφερόμενου. Στη θέση μιας άμεσης εξωτερικής άσκησης βίας έρχεται ένας χρόνιος αυτοβιασμός, του οποίου ο βίαιος χαρακτήρας παραμένει αόρατος προς τα έξω. Η ψυχική βία χρησιμεύει στο να δίνονται στον πάσχοντα νευροληπτικά φάρμακα για τόσο διάστημα, μέχρι ο ίδιος να τα λάβει «οικειοθελώς». Η χημική παρέμβαση καταστρέφει την ικανότητα αντίστασης, κριτικής, σκέψης, κρίσης και την ικανότητα συναισθηματικής εμπειρίας και προετοιμάζει έτσι μια ψυχοθεραπευτικά σκηνοθετημένη αποξένωση από τον πυρήνα της ίδιας προσωπικότητας. (Μ’ όλα τα παραπάνω εννοούνται αποκλειστικά τέτοιες «ψυχοθεραπευτικές σχέσεις», κατά τις οποίες ο θεραπευτής ως θεράπων ψυχίατρος έχει πραγματική εξουσία στην εκάστοτε κατάσταση ζωής του ασθενή του, στις οποίες δεν υπάρχει εκούσια συνεργασία του ενδιαφερόμενου και κατά τις οποίες η θεραπευτική σχέση δεν μπορεί να διακοπεί ανά πάσα στιγμή χωρίς αρνητικές επιπτώσεις για τον ασθενή.)
Το τελευταίο, το ψυχικό επίπεδο, έχει για τους ψυχιάτρους ως προϋπόθεση τη λεγόμενη «συμμόρφωση» (compliance), τη συνεργασία του ευρισκόμενου υπό ψυχιατρική θεραπεία με τον ψυχίατρό του. Στη βάση αυτής της «συμμόρφωσης», γεννάται η «γνώση της αρρώστιας» του ενδιαφερόμενου. Αν ο τρελός ξεκινήσει να πιστεύει ο ίδιος ότι είναι άρρωστος με ιατρική έννοια – πράγμα το οποίο στην αρχή ουδέποτε κάνει -, αυτό αποτελεί για τον ψυχίατρο το πρώτο βήμα κλινικής βελτίωσης της «ψυχωσικής» κατάστασης. Αυτή η στιγμή ακριβώς συνιστά τη γέννηση του «ψυχικά άρρωστου» από το ίδιο το πνεύμα της ψυχιατρικής. Ο «ψυχικά άρρωστος» είναι ο τρελός, ο οποίος βλέπει τον εαυτό του μέσα από το εκνευρισμένο, αρνητικό και τρομαγμένο βλέμμα του περιβάλλοντός του και κάνει τη ψυχιατρική διάγνωση μέρος της προσωπικότητάς του. Ιδίως ο δήθεν θεραπευμένος ή «σε βελτίωση ευρισκόμενος» «ψυχικά άρρωστος» παραμένει με αυτή την φαινομενικά τόσο προοδευτική, γεμάτη κατανόηση και ανθρωπιστική ψυχοθεραπευτική μέθοδο, σχεδόν ισόβια στην ψυχιατρική οδό: με την αναγνώριση από πλευράς τους της διάγνωσης και την πεποίθηση ότι στο εξής θα έχει μια σχέση θεραπευτική – κι αυτό σημαίνει ουσιαστικά μια σχέση αποξένωσης – με τον εαυτό του, ολοκληρώνει εκ νέου την ερήμωση που επιφέρει η ψυχιατρική καταπίεση των εσωτερικών, ακόμα και «τρελών» εμφανιζόμενων αναγκών του, από μόνος του αυτή τη φορά. Ακριβώς με αυτή τη συστηματική διείσδυση και κυριάρχηση σώματος, οργανισμού και ψυχής δρα και η διαβόητη «πλύση εγκεφάλου», η οποία γι’ αυτό μπορεί να συμπεριληφθεί κανονικά στην παρουσίαση του τι είναι σήμερα ψυχιατρική.
Η «ήπια ψυχιατρική», η τομεοποίηση, η ψυχοθεραπευτικά εξοπλισμένη κοινωνική ψυχιατρική αγωνίζονται να μειώσουν – όσο αυτό είναι εφικτό - τα δύο πρώτα στάδια, την απομόνωση και την (σημ. μετφρ. ενν.: χημική) παράλυση. Αυτό όμως επιτυγχάνεται μόνο με το τίμημα, η διαδικασία του τρίτου σταδίου (της τρέλας) να γίνεται όλο και πιο πονηρή, αποτελεσματική, χωρίς σεβασμό στην ατομικότητα των προσώπων και χωρίς τη δυνατότητα ελέγχου. Σε αυτό το συνέδριο καταδικάζεται δικαίως η παραδοσιακή ασυλική ψυχιατρική. Παραμένει ωστόσο ανοιχτό το ερώτημα, αν οι διαφημιζόμενες κοινωνιοψυχιατρικές εναλλακτικές λύσεις δεν επιφέρουν σε τελική ανάλυση μια ακόμη μεγαλύτερη, ακόμη πιο θεμελιώδη βλάβη.
Έχω την πεποίθηση, ότι θετικές και ουσιώδεις εναλλακτικές λύσεις προς την επικρατούσα ψυχιατρική αντιμετώπιση της τρέλας μπορούν καταρχήν να αναπτυχθούν μόνο σε ένα τέτοιο συνειδητά «μη εποικοδομητικό», ένα πολεμικό ύφος και πλαίσιο επικοινωνίας. Διαφορετικά δεν μπορεί να προκύψει παρά μια νέα πολύχρωμη μεταμφίεση της παλιάς ψυχιατρικής, σαν αυτές που αναπαράγονται σταθερά εδώ και διακόσια χρόνια από την πρώτη εφεύρεση της ψυχιατρικής μέχρι και σήμερα, από τις αναρίθμητες προσπάθειες ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, λίγο ή περισσότερο φανερά.
Δημοσίευση στο Thomas Bock/ Dorothea Bock κ.α. (1) Αποχαιρετισμός από τη Βαβυλώνα- Συνεννόηση πάνω στα όρια στην ψυχιατρική, Βόννη 1995
.
(1) βλ. www.antipsychiatrie.berlinet.de/verlag/titel/sp.htm
http/: www.weglaufhaus.de/literatur/ma/unmoeglich_print.html
[1] Ο Τίλο φον Τρότχα (Thilo von Trotha) είναι ένας από τους ιδρυτές του Σπιτιού Φυγής (Weglaufhaus) στο Βερολίνο, και υπήρξε συνεργάτης του προγράμματος από το 1996 έως το 2002. Ο ίδιος, επιζών της ψυχιατρικής.
[2] Ψυχολόγος
[3] Ψυχολόγος
[4] Κλινική Ψυχολόγος, Ελληνικό Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών, Θεσσαλονίκη.
Αυτοβοήθεια και ενδυνάμωση (Πέτερ Λέμαν).
Μετφ. από τα γερμανικά: Άννα Εμμανουηλίδου
Ενδυνάμωση είναι η λέξη κλειδί, που αποδίδει καλύτερα το κύριο μέλημα των ανθρώπων εκείνων με προσωπική ψυχιατρική εμπειρία, που δεν είναι ικανοποιημένοι με τη σημερινή ψυχιατρική. Η λέξη ενδυνάμωση αποδίδει ή υποστηρίζει την έννοια της αυτοδιάθεσης. Πρόσωπα με προσωπική ψυχιατρική εμπειρία καλούνται μέσα απ’ αυτήν να πάρουν ή να ξανακερδίσουν την αρμοδιότητα χειρισμού και διάθεσης της ίδιας της ζωής τους. Αυτό είναι το κριτήριο με το οποίο οι άμεσα ενδιαφερόμενοι χαρακτηρίζουν ή αξιολογούν ανά τον κόσμο αποκαλούμενους ή επίδοξους εναλλακτικούς ψυχοκοινωνικούς θεσμούς, είτε πρόκειται για ψυχιατρικές δομές είτε για ομάδες αυτοβοήθειας. Ακόμα και στη Γερμανία, τόσο η έννοια, όσο και η ιδέα πίσω απ’ αυτήν, πολύ δε περισσότερο η πράξη, παραμένει σχετικά άγνωστη. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται απλά για μια άλλη θεραπεία, για μια ακόμα δηλαδή σχέση μεταξύ υποκειμένου-αντικειμένου, για έναν διαφορετικό τόπο θεραπείας, για διαφορετικά ψυχοφάρμακα, για διαφορετικά ηλεκτροσόκ, ή απλά για την απαίτηση να γίνει κανείς αντιληπτός και κατανοητός ως πρόσωπο (Lehmann, 2002a).
Ενδυνάμωση, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνουν οι ίδιοι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι στο βιβλίο «Αντί Ψυχιατρικής» (Statt Psychiatrie), σημαίνει κάτι τελείως διαφορετικό. Ενδυνάμωση σημαίνει:
Ø Το να έχεις την εξουσία να αποφασίζεις
Ø Να έχεις πρόσβαση σε πληροφορίες και οικονομικούς πόρους
Ø Να έχεις ένα πλατύ πεδίο διαφορετικών επιλογών (όχι απλά την επιλογή μεταξύ του ναι/όχι και του ή- το- ένα- ή- το-άλλο)
Ø Να έχεις την αίσθηση πως μπορείς ως πρόσωπο να αλλάξεις κάτι
Ø Να μιλάς με τη δική σου φωνή
Ø Να ορίζεις εκ νέου ο-η ίδιος-α την ταυτότητά σου
Ø Να ορίζεις εκ νέου ο-η ίδιος-α τις προσωπικές σου δυνατότητες και τη σχέση σου με τη θεσμοποιημένη εξουσία
Ø Να συνειδητοποιείς ότι κάθε άτομο έχει δικαιώματα
Ø Να γνωρίσεις το αίσθημα της οργής και να μάθεις τρόπους να του δίνεις μια έκφραση
Ø Να μπορείς να εισάγεις αλλαγές, τόσο στην προσωπική σου ζωή όσο και στην κοινότητα
Ø Να αναπτύσσεις μια θετική αυτοεικόνα και να υπερβαίνεις προκαταλήψεις (Chamberlin, 1993, σ. 317).
Το 1995 η Γερμανική Συνομοσπονδία Ανθρώπων με Ψυχιατρική Εμπειρία έκανε μια έρευνα μεταξύ των μελών της με θέμα το τι μορφή πρέπει να έχει ένα «άλλο», εναλλακτικό ψυχοκοινωνικό τοπίο. Η Συνομοσπονδία ανέλαβε να κάνει για το γερμανικό περιοδικό «Πληροφορίες Κοινωνικής Ψυχιατρικής» (Sozialpsychiatrische Informationen) μια έρευνα ερωτηματολογίου πάνω στην ποιότητα της ψυχιατρικής περίθαλψης και τη βελτίωσή της. Σ’ αυτήν την έρευνα έλαβαν μέρος πάνω από 100 μέλη της συνομοσπονδίας. Σύμφωνα με τις απαντήσεις η υπάρχουσα ψυχιατρική απορρίφθηκε μαζικά ως «εκμηδενιστική» των ανθρώπων, που την προσεγγίζουν. Μόνο ένα 10% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι βρήκαν κάποιου τύπου βοήθεια στα προβλήματα, που τους οδήγησαν στην εισαγωγή στο ψυχιατρείο. Υπήρξαν συχνές αναφορές σε κατάφορες παραβιάσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις δεν είχε υπάρξει καμιά ολοκληρωμένη ενημέρωση των νοσηλευομένων για τους κινδύνους που εγκυμονούσαν οι εφαρμοσμένες θεραπευτικές μέθοδοι, αντίθετα με ό,τι επιβάλλει ο νόμος.
Οι ερωτηθέντες κατέληξαν στα παρακάτω βασικά κριτήρια που πρέπει να πληρούνται, ώστε να μπορεί να μιλά κανείς για μια στοιχειωδώς αποδεκτή ψυχιατρική: σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ζεστασιά και ανθρώπινη επαφή, ατομική συνοδεία στην πορεία της ψύχωσης, σχέση εμπιστοσύνης χωρίς το στοιχείο του φόβου. Πολλοί από τους ερωτηθέντες χαρακτήρισαν την ψυχιατρική συμπεριλαμβανομένων και των ψυχιάτρων ως συνολικά περιττή. Μέλη της συνομοσπονδίας, που θεωρούσαν ότι είναι δυνατή μια ψυχιατρική μεταρρύθμιση, χαρακτήρισαν τους παρακάτω παράγοντες ως περιττούς στην ψυχιατρική περίθαλψη: βία, ψυχοφάρμακα, ακούσιες νοσηλείες, ηλεκτροσόκ, καθηλώσεις. Επίσης περιττοί χαρακτηρίστηκαν γιατροί, οι οποίοι πιστεύουν πως ξέρουν περισσότερα για τους ασθενείς τους απ’ ό,τι οι ίδιοι οι ασθενείς για τους εαυτούς τους. Σημαντικό θεωρήθηκε να υπάρχουν εναλλακτικές δυνατότητες, ώστε να μπορούν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι να επιλέξουν. Στην ερώτηση τι μορφή πρέπει να έχουν αυτές οι εναλλακτικές δυνατότητες αναφέρθηκαν οι παρακάτω προτάσεις και ιδέες: εναλλακτικά φάρμακα, π.χ. ομοιοπαθητικά φάρμακα, αυτοβοήθεια, σπίτια-καταφύγια για τη βίωση και αποκλιμάκωση των κρίσεων, εναλλακτικές δομές τύπου Μόσερ και Λαίγκ, το ήσυχο δωμάτιο τύπου Σωτηρία (Peeck/ von Secekndorff/ Heinecke, 1995).
Διατυπώθηκαν επίσης γνώμες σχετικά με την εκπαίδευση και τα απαιτούμενα προσόντα των εργαζομένων σ’ αυτή τη νέα «ψυχιατρική», μια ψυχιατρική κατά το δυνατόν χωρίς ψυχιάτρους. Οι συγγραφείς που αξιολόγησαν για τη Συνομοσπονδία τις απαντήσεις κατέληξαν στο εξής συμπέρασμα: «Όσο λοιπόν ένας γιατρός πιστεύει ακόμα ότι πρέπει να στερήσει από τον ασθενή του το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, την αξιοπρέπειά του, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα και την εκφραστικότητά του με τη βοήθεια ψυχοφαρμάκων, για να μπορέσει να τον κάνει πιο εύκολο στην καθοδήγηση, πιο ανυπεράσπιστο, πιο διαθέσιμο σε μετατρεπτικές παρεμβάσεις, δεν μπορεί η ψυχιατρική παρά να παραμείνει ένας τόπος o οποίος διαπαιδαγωγεί στην κανονικότητα και ο οποίος λειτουργεί ως μέσο πειθάρχησης, καταστολής και απανθρωπιάς, ως ένα ξεκάθαρο καψόνι.» (οπ.π., σ.
Τα παραπάνω αποτελούν ένα μέρος των αιτημάτων και των πεποιθήσεων ανθρώπων με προσωπική ψυχιατρική εμπειρία το 1995. Ήδη 15 χρόνια νωρίτερα η κοινωνική λειτουργός Τίνα Στέκλε διεξήγαγε μια παρόμοια έρευνα με μέλη μιας κριτικής ομάδας αυτοβοήθειας στο Βερολίνο, η οποία την οδήγησε σε παρόμοια συμπεράσματα. «Πολύ σημαντικότερο από την επαγγελματική εκπαίδευση είναι το ανθρώπινο ενδιαφέρον, που βοηθά τους άμεσα ενδιαφερόμενους να ξαναβρούν τον εαυτό τους. Απαιτούνται λοιπόν άνθρωποι, που παίρνουν τον απέναντί τους σοβαρά, μπορούν να ακούσουν, και διαθέτουν ζεστασιά, υπομονή και ανοχή. Αλλά επίσης και άνθρωποι που δε φοβούνται την τρέλα και δεν βλέπουν μόνο αρνητικά τις συμπεριφορές που αποκλίνουν από ή αντιτίθενται στην κοινωνική νόρμα» (Stöckle, 1983, 146).
Δεν πρέπει κανείς να παραβλέψει το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των άμεσα ενδιαφερομένων αμφισβητεί το λόγο ύπαρξης της ψυχιατρικής συνολικά, επειδή η ίδια ως ιατρικός κλάδος δεν δύναται στο ελάχιστο να λύσει ψυχικά προβλήματα κοινωνικής φύσεως. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να χειραγωγήσει με ιατρικά μέσα ανεπιθύμητες ψυχικές εκφάνσεις και αντίστοιχες συμπεριφορές, όπως μέσα από χειρουργικές παρεμβάσεις, ηλεκτροσόκ και χημικά ψυχοφάρμακα.
Ο ψυχολόγος Κλάους Νουβερτνέ κατέληξε μετά από δομημένες συνεντεύξεις με επαγγελματίες ψυχικής υγείας και άμεσα ενδιαφερόμενους στο ότι οι ανάγκες των δεύτερων αποκλίνουν από τη φαντασία, που έχουν γι’ αυτές οι πρώτοι. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά του, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι θέλουν κατά 82% να αφεθούν στην ησυχία τους, κατά 67% να εξασφαλιστούν υλικά, κατά 51% να νιώσουν ότι κάποιος τους καταλαβαίνει και μόνο σε ένα ποσοστό 17% να λάβουν υποστήριξη στην ψυχοκοινωνική τους αποκατάσταση. Αντίστροφα οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας θέλουν κατά 89% να υποστηρίξουν τους ασθενείς τους στην αποκατάστασή τους και μόνο σε ένα ποσοστό 37% να τους προσφέρουν έναν προστατευτικό-προστατευμένο χώρο κατά τη διάρκεια της κρίσης τους, ενώ μόνο στο 31% τους να τους βοηθήσουν στην υλική τους εξασφάλιση (Nouvertne, 1996, σ. 36). Όπου έχουν τη δυνατότητα να εκφραστούν ελεύθερα και ανεπηρέαστοι οι ίδιοι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, διατυπώνεται δυνατά η ίδια ακριβώς κριτική και αρθρώνονται παρόμοιες γνώμες.
Ομάδες αυτοβοήθειας που ιδρύονται από επαγγελματίες για τους ανθρώπους με ψυχιατρική εμπειρία είναι μια αντίφαση από μόνη της. Αυτοβοήθεια μπορεί να οργανωθεί μόνο από άμεσα ενδιαφερόμενους, οτιδήποτε άλλο είναι ετεροβοήθεια. Η Τζούντι Τσάμπερλιν, ειδική στην αυτοβοήθεια, η ίδια άμεσα ενδιαφερόμενη και συγγραφέας μεταξύ άλλων του βιβλίου «Αντί ψυχιατρικής», διαμόρφωσε σε συνεργασία με άλλους άμεσα ενδιαφερόμενους τα εξής κριτήρια «πιστοποίησης» αυθεντικών ομάδων αυτοβοήθειας:
Ομάδες αυτοβοήθειας είναι ομάδες βάσης σε τοπικό επίπεδο. Αυτό δεν αποκλείει τη δημιουργία δικτύων σε περιφερειακό, εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο.
Οι οικονομικοί πόροι, το προσωπικό και οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων μιας ομάδας ελέγχονται από την ίδια την ομάδα.
Πεποιθήσεις και στόχοι της ομάδας διαμορφώνονται από τα μέλη και δεν επιβάλλονται έξωθεν.
Η συμμετοχή στην ομάδα είναι εθελοντική.
Η ομάδα είναι ευέλικτη με την έννοια ότι δεν έχει κάποιο άκαμπτο πρόγραμμα, το οποίο είναι όλοι αναγκασμένοι να ακολουθούν.
Η συμμετοχή είναι ανοιχτή σε οποιονδήποτε ήταν ή είναι άμεσα εμπλεγμένος με την ψυχιατρική σε κλειστή νοσηλεία ή σε εξωτερική συνεργασία με αντίστοιχες δομές, καθώς και στον καθένα που θεωρεί τον εαυτό του «υποψήφιο» για κάτι τέτοιο. Τα ίδια τα μέλη είναι αυτά που θα επιλέξουν κάθε φορά το πώς θέλουν να αποκαλούνται: πελάτες της ψυχιατρικής, (πρώην)ασθενείς, χρήστες-τριες, επιζήσαντες ή όπως αλλιώς.
Η ομάδα είναι ανοιχτή για νέα πρόσωπα.
Το κλίμα στην ομάδα χαρακτηρίζεται από μια άμεση διαπροσωπική και μη ιατρική επαφή μεταξύ των μελών.
Πώς μπορούν να συνεισφέρουν επαγγελματίες και συγγενείς στην προαγωγή της αυτοβοήθειας;
Ø Να προσφέρουν χρήματα και χώρους, να αποδεχτούν ότι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι έχουν έναν χώρο, στον οποίο συναντούνται μόνον μεταξύ τους, συγκρίσιμο με τις ομάδες γυναικών, που αποκλείουν την παρουσία ανδρών.
Ø Να προσφέρουν συνεργασία και ενθάρρυνση για αυτοβοήθεια.
Ø Να αναγνωρίσουν και να δηλώσουν δημόσια τα όρια των ικανοτήτων και δυνατοτήτων τους.
Ø Αυτό θα πρέπει να μετατραπεί σε επαγγελματικό αυτονόητο στην εργασιακή τους καθημερινότητα
Ένα καλό παράδειγμα κατανόησης του πεπερασμένου των επαγγελματικών δυνατοτήτων των ειδικών ήταν το «Μπέρτς-Χάους», κοντά στην αμερικάνικη πόλη Λίτλτον, στον Νιου Χαρμσάιρ, το οποίο ιδρύθηκε από έναν μαθητή του Λαίγκ, τον ψυχολόγο Ντέιβιντ Γκόλτμπλατ. Πριν λίγο καιρό αναγκάστηκε να κλείσει λόγω οικονομικών προβλημάτων. Σ’ αυτό το πρόγραμμα συμμετείχε επίσης η Κάθρην Μπέρτς Σάιμς, μια φίλη του Γκόλτμπλατ, η οποία πρόσφερε και ένα μεγάλο σπίτι για την πραγματοποίηση της ιδέας. Στο Μπέρτς-Χάους εργάζονταν μέχρι 4 θεραπευτές πλήρους απασχόλησης, οι οποίοι έρχονταν στο σπίτι τις περισσότερες φορές στη βάση κανονισμένων ραντεβού. Στο σπίτι υπήρχε χώρος το πολύ για 8 μέλη και 5 πρόσωπα που έκαναν εκεί την πρακτική τους, συνήθως φοιτητές-τριες ψυχολογίας και κοινωνικής εργασίας. Αυτά τα πρόσωπα ήταν πολύ μεγάλης σημασίας για το πρόγραμμα, γιατί αποτελούσαν τους ανθρώπους, τους οποίους αναζητούσαν προσωπικά τις περισσότερες φορές τα μέλη, και ήταν αυτοί-ές που περνούσαν πολύ χρόνο μαζί τους και βίωναν κοντά τους τις σοβαρές ψυχικές τους κρίσεις (Goldblatt, 1995a, Runte, 2001, σ. 44ff).
Στο Μπέρτς-Χάους δεν είχαν κατά κανόνα χώρο τα ψυχοφάρμακα και ο λόγος του Ειδικού ως τέτοιου:
«Δεν είμαστε της άποψης ότι οι συναισθηματικές διαταραχές έχουν βιολογικές αιτίες, εκτός από εξαιρέσεις, γι’ αυτό και η χρήση ψυχοφαρμάκων σε ανθρώπους που βρίσκονται σε ψυχική κρίση αποτελεί μάλλον την εξαίρεση, παρά τον κανόνα» (Goldblatt, 1995β, σ. 330)
«Πολλοί ειδικοί προσπαθούν να πείσουν τον καημένο τον ασθενή πως τους χρειάζεται για τη θεραπεία του. Έτσι μόνο χειροτερεύουμε τα πράγματα. Σε μια ψύχωση καταρρέουν όλοι αυτοί οι διαχωρισμοί. Η κατανομή των ρόλων, που επιβάλλεται από τη συνείδηση του Ειδικοί πρέπει να εγκαταλειφθεί προς όφελος μιας στάσης, κατά την οποία δύο άνθρωποι συναντιούνται στα πλαίσια μιας συνθήκης πόνου, στην οποία ο ένας από τους δύο έχει χάσει τον εαυτό του. Το να πιστεύουμε ότι έχουμε την απάντηση στα προβλήματα ενός άλλου προσώπου ή ότι ξέρουμε τι είναι το καλύτερο γι’ αυτό είναι μια το ίδιο επικίνδυνη άποψη. Κι αυτό, γιατί μ’ αυτή την άποψη δημιουργεί κανείς μη ρεαλιστικές προσδοκίες, προσδίδει στον ειδικό θεϊκές ιδιότητες και τρέφει την ψευδαίσθηση πως ο ίδιος-α βρίσκεται πάνω από τον –την ασθενή. (Goldblatt, 1995γ, σ.229).
«Δεν είμαστε εμείς που θεραπεύουμε τους ανθρώπους, είναι οι ίδιοι που το κάνουν. Το να υποστηρίξουμε την πεποίθηση ότι η ίαση έρχεται έξωθεν επιδεινώνει το πρόβλημα στο μέλλον. Άνθρωποι που βρίσκονται σε κατάσταση ψυχικής αγωνίας μπορούν - και το κάνουν - να υπερβούν τις δυσκολίες τους, με το να ασχοληθούν οι ίδιοι με την ίασή τους στα πλαίσια ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος. Το πρόβλημα εστιάζεται στο να οικοδομήσουμε ένα σταθερό περιβάλλον για ανθρώπους σε κατάσταση ψυχικής αγωνίας, το οποίο δεν αναμειγνύεται στην κατάστασή τους, αλλά τους προσφέρει απλά βοήθεια. Το να καταλάβει κανείς, πώς μπορεί να φροντίσει έναν άλλον άνθρωπο χωρίς να ανακατευτεί στη διαδικασία, στην οποία εκείνος βρίσκεται, είναι ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που πρέπει να μαθευτούν για τη θεραπευτική πράξη» (Goldblatt, 1995β,σ.331).
Τι μπορούν να κάνουν οι οικογένειες;
Μια σημαντική συνεισφορά των οικογενειών στη διαδικασία ενδυνάμωσης των άμεσα ενδιαφερόμενων είναι η υποστήριξή τους στην απεξάρτησή τους από τα ψυχοφάρμακα. Η απεξάρτηση από τα ψυχοφάρμακα είναι από τα μεγαλύτερα θέματα για τους ανθρώπους με ψυχιατρική εμπειρία. Όπως για παράδειγμα αναλύεται στο βιβλίο «Σταματώντας τα ψυχοφάρμακα» („Psychopharmaka absetzen», Lehmann 2002b, 2004).
Κατά κανόνα οι συγγενείς δέχονται τρομακτικές πιέσεις τόσο από τους ψυχιάτρους, όσο και από συμβούλους φαρμακευτικών εταιρειών. Γίνεται συστηματική προσπάθεια να πειστούν, όπως άλλωστε και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, ότι σε περίπτωση σταματήματος του ψυχοφαρμάκου θα έχουν να αντιμετωπίσουν άμεσα την επόμενη υποτροπή. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν εξηγείται ότι μ’ αυτό εννοείται το ξαφνικό σταμάτημα, μα αναφέρεται κανείς στο σταμάτημα γενικά. Τόσο οι ψυχίατροι, όσο και οι κατασκευαστές ψυχοφαρμάκων προτιμούν να παίρνουν οι ενδιαφερόμενοι ψυχοφάρμακα για όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Ο ισόβιες βλάβες που υφίστανται οι ενδιαφερόμενοι απ’ αυτό δε φαίνεται να απασχολούν ιδιαίτερα αυτούς που δίνουν τα αντίστοιχα παρασκευάσματα.
αΗ ΗηΗΞ΄ΛΚΞΗ΄ΛΗ΄Λ
Από την άλλη πλευρά πολλοί από τους άμεσα ενδιαφερόμενους σταματούν από μόνοι τους ξαφνικά τα ψυχοφάρμακα ή δεν αρχίζουν να τα παίρνουν καθόλου. Έτσι συμπεριφέρονται όπως και ένα μεγάλο μέρος του κανονικού πληθυσμού: το 50% και των άλλων, σωματικών ασθενών δεν παίρνουν ποτέ τα φάρμακα που τους γράφουν οι γιατροί τους. Τα στερητικά συμπτώματα, που συνήθως μπορούν να εμφανιστούν από μια τέτοια «ανυπακοή», αντιμετωπίζονται αποτελεσματικότερα αν μειώσει κανείς σταδιακά τη δόση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε περίπτωση που το ψυχοφάρμακο καταναλώθηκε ήδη για περισσότερο από έναν ή δύο μήνες. Ιδανικό θα ήταν αν μπορούσαν να εξασφαλιστούν όλοι οι παράγοντες, που έχουν βρεθεί πως υποστηρίζουν αποτελεσματικά μια ολική απεξάρτηση από τις ουσίες αυτές: υπευθυνότητα και συνειδητοποίηση της κατάστασης, ένας ρυθμός μείωσης της δόσης που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του συγκεκριμένου σώματος, τις ιδιότητες του συγκεκριμένου φαρμάκου, στη δόση και την ως τώρα διάρκεια της λήψης του, ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον, ικανοί επαγγελματίες και μια υποστηρικτική ομάδα αυτοβοήθειας.
Δυστυχώς κατά κανόνα πρέπει να υπολογίζει κανείς πως οι συνθήκες κάθε άλλο παρά ιδανικές είναι, για το άτομο που αποφασίζει να απεξαρτηθεί από τα φάρμακα. Στη χειρότερη περίπτωση δε μένει στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο καμιά άλλη επιλογή από το να τραβήξει ο ίδιος τον εαυτό του από τα μαλλιά για να τον βγάλει από την ψυχοφαρμακολογική εξάρτηση, όπως ο βαρώνος Μινχάουζεν στο αντίστοιχο παραμύθι.
Η Γκέρτα Βόζαρτ, μια από τις συγγραφείς του βιβλίου «Σταματώντας τα ψυχοφάρμακα», δίνει ένα ενθαρρυντικό μήνυμα γράφοντας:
«Εξαρτάται από εμάς τους ίδιους το να ζήσουμε με υπευθυνότητα απέναντι στον εαυτό μας. Δεν είμαστε μόνο καταδικασμένοι από άλλους, δεμένοι με ξένους ζουρλομανδύες. Διαθέτουμε οι ίδιοι πολύ περισσότερες δυνάμεις (και μαζί δυνάμεις αυτοθεραπείας) από όσο πιστεύουμε στις σκοτεινές μας στιγμές.»
Ορισμένοι συγγραφείς γράφουν ότι σημαντική προϋπόθεση για μια επιτυχημένη απεξάρτηση είναι το να καταλάβει κανείς την ανικανότητα των γιατρών που γράφουν τα ψυχοφάρμακα να προσφέρουν άλλη, ουσιαστική βοήθεια, να εγκαταλείψει τις ψευδαισθήσεις πως μπορεί να βοηθηθεί από αυτούς, και να αποχωριστεί τόσο τους ψυχιάτρους, όσο και την ιατρογενή θεωρία τους για την τρέλα, που μετατρέπει τους άμεσα ενδιαφερόμενους σε ανίκανους να δράσουν παθητικούς ασθενείς. «Χάρισα 21 χρόνια από τη ζωή μου περιμένοντας άδικα μια βελτίωση ή ίαση», συνοψίζει ο Μπέρτ Γκέλτεν. Στο τέλος τού είπε η λογική του: «Κατανόησε τη ζωή σου και γίνε ο θεραπευτής του εαυτού σου- βοήθα μόνος τον εαυτό σου, γιατί δεν μπορεί να σε βοηθήσει κανείς ».
Για να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα το αποτέλεσμα μιας επιτυχούς απεξάρτησης από τα φάρμακα μοιάζει γενικά αναγκαίο, το να αποφεύγει κανείς να συμβιβάζεται με καταστάσεις, που τον κάνουν να νιώθει δυσάρεστα. Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι η εγκατάλειψη ενός ακατάλληλου περιβάλλοντος ή μιας επιβαρυντικής συντροφικής σχέσης, η χαλάρωση ή και ο χωρισμός από οικογενειακούς δεσμούς. Ήδη η εμφάνιση μιας «ψυχικής αρρώστιας» σηματοδοτεί την αναγκαιότητα αλλαγών, όπως γράφει ο σουηδός Μάθς Τζέσπερσον: « Η Τρέλα δεν είναι αρρώστια, που πρέπει κανείς να θεραπεύσει. Η δική μου τρέλα ήρθε, για να με προσκαλέσει σε μια νέα ζωή.»
Η απελευθέρωση από εγκλωβιστικές συναισθηματικές σχέσεις επιτεύχθηκε από τους άμεσα ενδιαφερόμενους ευκολότερα, όταν οι ίδιοι ανέπτυξαν μια ενόραση για υπάρχουσες σχέσεις βίας, κατανόησαν τα «τρελά» και ενοχλητικά «συμπτώματα» και αντέδρασαν στις κρίσεις ζωής τους με διαφορετικούς, εναλλακτικούς στους ως τότε συνηθισμένους τρόπους. Έτσι αναδεικνύεται η δύναμη που μπορούν να φέρουν μαζί τους τα «συμπτώματα», παρά τους κινδύνους και τον πόνο, που πιθανόν τα συνοδεύουν. Η αναζήτηση του «νοήματος της τρέλας» μετά από μια οξεία φάση ψύχωσης ή κατάθλιψης έχει το χαρακτήρα πρόληψης για το μέλλον, όπως διαπιστώνει η Ρεγγίνα Μπέλιον από τη Βρέμη: « Όποιος ασχοληθεί αργότερα σοβαρά με τα ψυχωσικά του βιώματα, δε διατρέχει τον κίνδυνο να ξαναβρεθεί τόσο γρήγορα στην επόμενη κρίση…»
Μερικοί συγγραφείς στο παραπάνω βιβλίο αναφέρουν ως προϋπόθεση επιτυχίας το να αναγνωρίσει κανείς και να αποδεχθεί την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης για τη ζωή του, το προβληματικό του παρελθόν και την ευθύνη για το μέλλον του. Η Κάρολα Μποκ, από την πρώην ανατολική Γερμανία, διαπιστώνει κάνοντας την αυτοκριτική της:
« Σήμερα ξέρω πως ευθυνόμουν και η ίδια για τις κρίσεις μου, γιατί δρούσα λάθος και από μόνη μου δεν ήμουν άγγελος. Αντιμετώπιζα τα προβλήματά μου συχνά με λάθος τρόπο, υπερβολικά εγκεφαλικά, και δεν είχα ακόμα αρκετή εμπειρία ζωής…»
Πού μπορεί κανείς να φτάσει καλύτερα σε τέτοια συμπεράσματα, από ό,τι σε μια ομάδα αυτοβοήθειας;
Οι ομάδες αυτοβοήθειας είναι ιδιαίτερα σημαντικές, στο βαθμό που καθιστούν δυνατή την ανταλλαγή μεταξύ των μελών πάνω σε προσωπικά προβλήματα χωρίς προσπάθειες επηρεασμών από μια ξένη προς το βίωμα γνώση. Προσφέρουν ακόμα το πλαίσιο για την άσκηση μιας αμοιβαίας συμβουλευτικής διαδικασίας μεταξύ των μελών και για τη διάδοση πληροφοριών σχετικά με τις παρενέργειες των ψυχοφαρμάκων και στερητικά προβλήματα κατά τη μείωσή τους.
«Περισσότερο απ’ όλα με βοήθησαν ωστόσο οι συζητήσεις με τους άμεσα ενδιαφερόμενους, που είχαν συγκρίσιμα με τα δικά μου βιώματα και μια παρόμοια αντίληψη για τη ζωή», αναφέρει η Νάντα Ραθ, από τη Σερβία. Η αμοιβαία συμβουλευτική αποτελεί για την αγγλίδα Ούνα Πάρκερ το μέσο για τη σωτηρία από τον κίνδυνο να ξανααναγκαστεί να πάρει ψυχοφάρμακα ή να υποστεί ηλεκτροσόκ.
«Αυτό ήταν που με άλλαξε σε βάθος και είμαι σήμερα πεπεισμένη ότι η υποστήριξη που δέχθηκα κατά τις συστηματικές συνεδρίες της αμοιβαίας συμβουλευτικής όχι μόνο με προστάτευσαν από νέες εμπειρίες με το ψυχιατρικό σύστημα, αλλά με βοήθησαν να γίνω πιο αποφασιστική και αποτελεσματική στη ζωή μου.»
Πηγές:
Chamberlin, Judi: „Erfahrungen und Zielsetzungen der nordamerikanischen Selbsthilfebewegung“, in: Kerstin Kempker / Peter Lehmann (Hg.): „Statt Psychiatrie“, Berlin 1993, S. 300 – 317
Goldblatt, David: „Burch House, Inc., Bethlehem, New Hampshire: history and description“, in: Richard Warner (Hg.): „Alternatives to the hospital for acute psychiatric treatment“, Washington / London 1995[a], S. 155 - 168
Goldblatt, David: „Die Psychose durcharbeiten“, in: Thomas Bock u.a. (Hg.): „Abschied von Babylon“, Bonn 1995[b], S. 325 - 332
Goldblatt, David: „Zwei Wochen des Dabeiseins - Die Integration der Psyche in die Person“, in: Thomas Bock u.a. (Hg.): „Abschied von Babylon“, Bonn 1995[c], S. 223 - 230
Lehmann, Peter (Hg.): „Soteria und Empowerment. Über die Interessen Psychiatriebetroffener“, Berlin 2002[a]
Lehmann, Peter (Hg.): „Psychopharmaka absetzen. Erfolgreiches Absetzen von Neuroleptika, Antidepressiva, Lithium, Carbamazepin und Tranquilizern“, Berlin, 2., überarbeitete und aktualisierte Auflage 2002[b]
Lehmann, Peter (ed.): „Coming off Psychiatric Drugs: Successful Withdrawal from Neuroleptics, Antidepressants, Lithium, Carbamazepine and Tranquilizers“, Berlin / Eugene / Shrewsbury 2004
Nouvertné, Klaus: „Wer sind die psychisch kranken Obdachlosen?“, in: Institut für kommunale Psychiatrie (Hg.): „Auf die Straße entlassen - obdachlos und psychisch krank“, Bonn 1996, S. 30 - 36
Peeck, Gisela / von Seckendorff, Christoph / Heinecke, Pierre: „Ergebnis der Umfrage unter den Mitgliedern des Bundesverbandes Psychiatrie-Erfahrener zur Qualität der psychiatrischen Versorgung“, in: Sozialpsychiatrische Informationen, 25. Jg. (1995), Nr. 4, S. 30 - 34
Stöckle, Tina: „Die Irren-Offensive. Erfahrungen einer Selbsthilfe-Organisation von Psychiatrie-Überlebenden“, Frankfurt am Main 1983; Berlin, Neuauflage 2005
Copyright by Peter Lehmann 2004Kontakt: Peter Lehmann, Zabel-Krüger-Damm 183, 13469 Berlin, Deutschland, Tel. +49 - (0)30 - 8596 3706, Fax +49 - (0)30 - 4039 8752, Internet: www.peter-lehmann.de, eMail: mail@peter-lehmann.de
Κινήσεις αυτοβοήθειας προσώπων με ψυχωσική – ψυχιατρική εμπειρία ( Δρ Άννα Εμμανουηλίδου )
Δρ Άννα Εμμανουηλίδου, Κλινική Ψυχολόγος[1]
Από την Αυτοβοήθεια στη διαμόρφωση πόλων κοινωνικού ελέγχου στο εσωτερικό των θεσμών ψυχοκοινωνικής περίθαλψης
1. Το αυτονόητο της Αυτοβοήθειας
Και μόνο ο όρος Αυτο-βοήθεια εμπεριέχει την ιστορική εμπειρία της αλλοτρίωσής του, δηλαδή της μετατροπής του σε Ετεροβοήθεια.
Ο δυτικός κόσμος επιστρέφει κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες όσον αφορά στο χώρο της ψυχικής υγείας στην επανεπινόηση και θεωρητική θεμελίωση της βασικότερης πραγματικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, που είναι η αυθόρμητη αντιμετώπιση δυσκολιών και κρίσεων ζωής από τα άμεσα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, επιστρατεύοντας τα υπάρχοντα προσωπικά και κοινωνικά τους αποθέματα. Αν παρατηρήσουμε την καθημερινότητα όλων μας θα επιβεβαιώσουμε σε δευτερόλεπτα αυτήν την παρατήρηση: τη συντριπτική πλειοψηφία των προβλημάτων μας λύνουμε όλοι μας μόνοι και με τη βοήθεια στενά φιλικών ή/και συγγενικών μας προσώπων.
Όταν φτάνουμε να μιλούμε για εκ νέου ανακάλυψη της αυτοβοήθειας σε κρίσεις ζωής προϋποθέτουμε ήδη την ιστορική γνώση και εμπειρία, ότι τέτοιες κρίσεις στο παρελθόν έτυχαν αντικείμενο ετεροβοήθειας, δηλαδή αρωγής προσώπων, τα οποία δεν εμπλέκονταν προσωπικά με δεσμούς φιλίας ή αίματος με το πάσχον υποκείμενο, αλλά η βοήθεια που πρόσφεραν αποτελούσε κάποιου τύπου θεσμική ανάθεση. Αυτή η μετάβαση σηματοδοτείται ιστορικά από την εμφάνιση των πρώτων θεραπευτών (σαμάνων ή ιερέων) ήδη στις πρωτόγονες κοινωνίες, παίρνει όμως την αλλοτριωτικά μεγάλη της έκταση με τη συγκρότηση της ψυχιατρικής σε επιστήμη και την παρεπόμενη αυστηρή ιατρικοποίηση και ιδρυματοποίηση του ψυχικού πόνου, δηλαδή από τα τέλη του 19ου αιώνα (Φουκώ, 1964, Dörner, 1969). Σε λιγότερο από μισό αιώνα το ιατρικό μοντέλο αλλοτρίωσης της υποκειμενικής εμπειρίας γίνεται αντικείμενο σφοδρής αμφισβήτησης με την ίδρυση και αύξηση του πιο ισχυρού κινήματος αυτοβοήθειας στο χώρο της ψυχικής υγείας, αυτού των Ανωνύμων, ήδη στη δεκαετία του 1930. Η εξουσιαστική όμως υφή της κλασικής ιατρικής γνώσης και ο ολοκληρωτικός τρόπος επιβολής της στις - ως επί το πλείστον αμόρφωτες - μάζες το κάνει να επιζήσει με εξαιρετική δύναμη πολλές ακόμα δεκαετίες και να αποτελεί τον ηγεμονικό λόγο σε θέματα αντιμετώπισης ψυχικών προβλημάτων μέχρι και τις μέρες μας.
Έτσι η φυσική προσωπική και κοινωνική πράξη της Αυτοβοήθειας καταλήγει να αποτελεί μια ειδική δραστηριότητα που χρειάζεται δικαιολόγηση, οργάνωση και πολιτική-θεωρητική θεμελίωση, για να μπορέσει να υπάρξει, καθώς γίνεται αντιληπτή ως αιρετική, ύποπτη, κοινωνικά προβληματική, όσο δεν υποτάσσεται στην ιατρική αυθεντία.
2. Ιστορική εξέλιξη και σταθμοί στην οργάνωση μορφών αυτοβοήθειας ανθρώπων με ψυχικά προβλήματα.
Θα μπορούσαμε σχηματικά να διακρίνουμε τέσσερις μεγάλους σταθμούς στην κοινωνική διαχείριση ασυνήθιστων ψυχικών εμπειριών (τρέλας), κατά τη μεταχριστιανική περίοδο και πριν την πιο οργανωμένη συγκρότηση ομάδων αυτοβοήθειας, εστιάζοντας στον ευρωπαϊκό-δυτικό πολιτισμό.
α. Μια περίοδος μη θεσμοποιημένης διαχείρισης της τρέλας κατά τη βυζαντινή και μεσαιωνική περίοδο, όπου η κοινότητα αποτελεί τον φυσικό ζωτικό χώρο των προσώπων με ασυνήθιστες ψυχικές εμπειρίες, τα οποία παραμένουν στους κόλπους της χαίροντας ειδικής ανοχής, συχνά αποδοχής, σπανιότερα δε και ιερού σεβασμού. Σε ακραίες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται μοναστήρια για τον εγκλεισμό μιας ειδικής κατηγορίας απ’ αυτά, τους λεγόμενους «δαιμονισμένους», το φαινόμενο όμως αυτό δεν παίρνει κάποια ιδιαίτερη έκταση (Πλουμπίδης, 1989).
β. Η περίοδος του «μεγάλου εγκλεισμού» κατά Φουκώ, (17ος-19ος αι. στην Κεντρική και βόρεια Ευρώπη), όπου παρατηρείται η ίδρυση μαζικών καταλυμάτων για ψυχικά πάσχοντες, παράλληλα με τη συγκρότηση της ψυχιατρικής σε ξεχωριστό επιστημονικό κλάδο και την εδραίωση του καπιταλιστικού μοντέλου παραγωγής και οργάνωσης της κοινωνίας (α΄και β΄ βιομηχανική επανάσταση). Είναι η περίοδος της μαζικής ιδρυματοποίησης και (ψυχ)ιατρικοποίησης ασυνήθιστων ψυχικών εμπειριών (Φουκώ, 1964, Dörner, 1969), η οποία δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα, που δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά μέχρι το δεύτερο μισό του 20ού αι.
γ. Η φάση της λεγόμενης κοινωνικής, μετέπειτα κοινοτικής ψυχιατρικής (δεκαετίες ΄50-70), κατά την οποία αρθρώνεται συγκροτημένη κριτική στο προηγούμενο ιατρικό μοντέλο και προτείνονται άλλοι, λιγότερο μαζικοί και λιγότεροι ιδρυματικοί τρόποι (θεσμοθετημένης και ελεγχόμενης ωστόσο) κοινωνικής διαχείρισης ασυνήθιστων ψυχικών εμπειριών. Ενδιαφέρον είναι ότι η αρχή αυτού του προβληματισμού συμπτίπτει με την ανακάλυψη των ψυχοφαρμάκων (δεκαετία 1950 στις ΗΠΑ) και η εξέλιξή του συμπορεύεται με το αίτημα της ίσης αντιμετώπισης της ψυχικής με την σωματική ασθένεια σε μια κοινωνία. ΄Ετσι πρόκειται για ένα κίνημα που στην πλειοψηφία του δεν αμφισβητεί σε βάθος το νοσηρό χαρακτήρα της ψυχωσικής εμπειρίας, αλλά εστιάζεται στο θέμα μια κοινωνικά δίκαιης αντιμετώπισής της. Την ίδια εποχή αρθρώνεται δημόσια και ο αντιψυχιατρικός λόγος, ο οποίος ωστόσο δεν κατορθώνει ιστορικά να επιβληθεί σε επίπεδο θεσμικών επιλογών (Λαίνγκ, 1975,1977,1990, Κούπερ,1974,1978 κ.α.).
δ. Η μετέπειτα φάση της δεκαετίας του 1980 χαρακτηρίζεται από τη θεσμική κατοχύρωση και δημιουργία δομών ελέγχου της ψυχιατρικής περίθαλψης από τους χρήστες των υπηρεσιών, ως προέκταση ερευνητικών μεθοδολογιών στο χώρο των κοινωνικών επιστημών, ιδιαίτερα της Έρευνας Αξιολόγησης (Evaluation research), με στόχο την αύξηση της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών (Kardoff et al., 1982). Η αποτελεσματικότητα ωστόσο εξακολουθεί να ορίζεται με όρους του κυρίαρχου κοινωνικού λόγου, όπου ελάχιστα ή καθόλου αμφισβητείται η έννοια της ψυχοπαθολογίας και της ιατρικοποίησης των λεγόμενων ψυχωσικών φαινομένων. Παρόλ’ αυτά έχει ανοίξει η πόρτα για την άσκηση κοινωνικού ελέγχου στα ενδότερα της ψυχιατρικής και για την ενεργή μέχρις ενός σημείου ανάμιξη των άμεσα ενδιαφερομένων στα ψυχιατρικά δρώμενα (συγκρ. Εμμανουηλίδου, 2000).
Με την ίδια κίνηση έχει ανοίξει και ο δρόμος για τη σταδιακή συγκρότηση, λειτουργία και δράση των πρώτων ομάδων αυτοβοήθειας ανθρώπων με ψυχωσική ή/και ψυχιατρική εμπειρία, οι οποίες κατά τις δεκαετίες το 1980 και 1990 αυξάνονται αριθμητικά, διαφοροποιούνται ποιοτικά, αρθρώνουν σταδιακά έναν διαφορετικό λόγο και καταλήγουν στα τέλη του 20ού αιώνα να μπορούν πια να προτείνουν ένα νέο παράδειγμα κατανόησης και συνάντησης ατόμων και κοινωνίας με την τρέλα.
3. Η ιδιομορφία του ψυχικού πόνου και η πρόσθετη δυσκολία άσκησης αυτοβοήθειας στο χώρο της ψυχικής υγείας
Οι συλλογικές αναπαραστάσεις των δυτικών κοινωνιών σχετικά με την εμπειρία της τρέλας και τα πρόσωπα, που φέρονται να την εκπροσωπούν, χαρακτηρίζεται από τη βασική ακύρωση της προσωπικότητας του ανθρώπου με ψυχωσική εμπειρία σε σχέση με την πυρηνική ποιότητα της αυτοαναφοράς του: ο φερόμενος ως ψυχικά «πάσχων» είναι ο μόνος «άρρωστος», ο οποίος δε θεωρείται αξιόπιστος στα όσα λέει, στα όσα νιώθει, στα όσα κατανοεί ο ίδιος για τον εαυτό του και την «αρρώστια» του. Αυτή η βασική παραδοχή μοιάζει να έχει αποκτήσει αποφασιστική δύναμη στην κοινωνική, αλλά και την προσωπική φαντασίωση γύρω από την ψυχωσική εμπειρία, σε βαθμό μάλιστα, που να είναι πλέον πειστική ακόμα και για πολλούς από τους ίδιους τους άμεσα ενδιαφερόμενους, οι οποίοι στέκονται ανίσχυροι απέναντι στους εαυτούς τους, την εμπειρία τους και την κοινωνία που τους περιβάλλει. Η (συνήθως προσωρινή, ωστόσο θεωρούμενη ως μόνιμη) έκπτωση της λειτουργικότητας στην καθημερινή ζωή, σε περιόδους οξειών ψυχωσικών κρίσεων, ενισχύει την ιδέα μια συνολικής και γενικευμένης αδυναμίας-ανικανότητας των ψυχωσικών υποκειμένων.
Αυτό αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους, για τους οποίους η ιδέα και η πρακτική της αυτοβοήθειας ανάμεσα σε πρόσωπα με ψυχωσική εμπειρία είναι πολύ λιγότερο διαδεδομένη απ’ ό,τι π.χ. σε εξαρτημένα από ουσίες άτομα. Στη βάση της ιδιομορφίας της ψυχωσικής εμπειρίας σε σχέση με άλλες μορφές απόκλισης, συγκροτείται ένα συμπαγές πλέγμα και άλλων ιδιομορφιών, εκφρασμένων ενδεικτικά:
στην ανεπαρκή δημοσιοποίηση περιπτώσεων καταπάτησης ανθρώπινων δικαιωμάτων σε χώρους ψυχιατρικής και άλλης ψυχοκοινωνικής φροντίδας
στην ανεπαρκή δημοσιοποίηση κινήσεων αυτοβοήθειας, που υπάρχουν, ως τέτοιων
στην αμηχανία και μη ξεκαθαρισμένη στάση των ίδιων των ενδιαφερόμενων απέναντι στο πρόβλημά τους και στη δυνατότητα χειρισμών εκ μέρους τους και
στον μεγαλύτερο απ’ ό,τι σε άλλες αποκλίνουσες ομάδες (αυτο)στιγματισμό των ανθρώπων με ψυχωσική εμπειρία.
Σαν να λειτουργεί βιωματικά μια αίσθηση ντροπής των άμεσα ενδιαφερόμενων και των οικείων τους σε σχέση με την εμπειρία της ψύχωσης, που τους εμποδίζει να συμπεριφερθούν κοινωνικά, όπως θα έκαναν σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση.
Χαρακτηριστικό φαινόμενο που απορρέει από την παραπάνω δυναμική αποτελούν οι σύγχρονες ομάδες ψυχοεκπαίδευσης (Psychoeducation), στις οποίες οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και οι συγγενείς τους διδάσκονται από επαγγελματίες ψυχικής υγείας «τι έχουν» και τι πρέπει να κάνουν για να το αντιμετωπίσουν. Είναι η ιστορική στιγμή, κατά την οποία με ένα άκρως ανθρωπιστικό ένδυμα απεκδύονται οι άμεσα ενδιαφερόμενοι από την ίδια την εμπειρία τους, η οποία αντικειμενοποιείται από τρίτα πρόσωπα και τους επανεισάγεται σαν μια νέα γνωριμία, - βεβαίως ενός ξένου…Λίγα πράγματα θα μπορούσαν να ενσαρκώσουν επαρκέστερα την έννοια της αλλοτρίωσης ενός ανθρώπου από τον εαυτό του.
4. Φιλοσοφικές, ιδεολογικές και πολιτικοκοινωνικές συνιστώσες των κινήσεων αυτοβοήθειας στον δυτικό κόσμο (Ευρώπη, ΗΠΑ)
Είναι χρήσιμο να εξετάσουμε τις κινήσεις αυτοβοήθειας προσώπων με ψυχιατρική εμπειρία σε συνάρτηση με παράγοντες, όπως η φιλοσοφική και θρησκευτική ηθική του ιστορικού χωροχρόνου εμφάνισης (π.χ. στάση απέναντι στην υποκειμενικότητα του ανθρώπου, την αυτονομία του ως προς το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο ζωής του κλπ), το ήθος και έθος της κοινωνίας εμφάνισης, τις υλικές συνθήκες ζωής των ανθρώπων, καθώς και τις ατομικές αποφάσεις και την προσωπική ιστορία των συμμετεχόντων ανθρώπων.
Μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής τρεις φάσεις έως σήμερα:
Η 1η φάση χαρακτηρίζεται κυρίως από την αμερικάνικη-αγγλοσαξωνική προτεσταντική κουλτούρα των δεκαετιών του 1930 και ΄40. Η πυρηνική ιδέα των ομάδων αυτοβοήθειας της εποχής μπορεί να συνοψιστεί στην προτεσταντική ρήση «Βοήθησε το εαυτό σου, για να σε βοηθήσει και ο Θεός», σύμφωνα με την οποία τονίζεται η προσωπική υπευθυνότητα του καθενός για την διαμόρφωση της ζωής του. Σ’ αυτό το πνεύμα κινείται η συνολική φιλοσοφία των 12 βημάτων, που οργανώνει το κίνημα των Ανώνυμων Αλκοολικών και των συναφών Ανωνύμων για ψυχικά προβλήματα. Στις ομάδες αυτές επιβάλλεται ένας αυστηρός περιορισμός της δράσης μέσα στην ομάδα και απαγορεύεται κάθε μορφή πολιτικοποίησης προς τα έξω, με κύριους στόχους τη διαφύλαξη της ανωνυμίας των μελών και την προστασία της ομάδας από διάλυση (βλ. Εμπειρία της Κίνησης της Washington, USA). Σ’ αυτή τη φάση και στις αντίστοιχες ομάδες δίνεται έμφαση στην εξατομίκευση τόσο της αιτιολογίας, όσο και της λύσης του προβλήματος, και υιοθετούνται κατά κύριο λόγο παραδοσιακές, βιολογικές θεωρίες εξήγησης των προβλημάτων (η ψυχική απόκλιση ως ασθένεια).
Η δεύτερη 2η φάση, λαμβάνει χώρα κυρίως στην Ολλανδία, τη Γερμανία και τις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1970, σε μια εποχή όπου μεσουρανεί η κριτική του φοιτητικού και κοινωνικού κινήματος, τα αντιψυχιατρικά παραδείγματα στην Ευρώπη και την Αμερική, η ιδέα της κοινωνικής αλληλεγγύης, παράλληλα με την ανάδυση της κοινωνικής ψυχιατρικής, η κριτική παρεμβατικότητα ως προς τους θεσμούς, και η συνολικότερη σύνδεση του ατομικού με το κοινωνικό. Το κίνημα της αυτοβοήθειας αυτής της φάσης δείχνεται ευαίσθητο σε θέματα ιεραρχίας, ιατρικοποίησης του ανθρώπινου πόνου, παραμέλησης κοινωνικών παραγόντων και καταπάτησης δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων. Ευαγγελίζεται θέματα όπως είναι: η χειραφέτηση κι όχι η κοινωνική αφομοίωση του ψυχικά πάσχοντος., ο πρωταγωνιστικός ρόλος των ψυχικά πασχόντων στην αλλαγή των ψυχοκοινωνικών θεσμών, η δημιουργία αντίπαλου πόλου στους υπάρχοντες θεσμούς. Εξελίσσεται παράλληλα με την κρίση των παραδοσιακών υποστηρικτικών συστημάτων, όπως η οικογένεια και η εκκλησία.
Η 3η φάση, που φτάνει ως τις μέρες μας, συγκροτείται από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και του 1990 στην Ευρώπη. Η ιστορική εποχή χαρακτηρίζεται από μια σταδιακή υποχώρηση-αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, την επαναφορά του βιοχημικού μοντέλου προσέγγισης των ψυχικών διεργασιών, την «φιλελευθεροποίηση» των ιδεών και των υπηρεσιών (όπου αναδύεται η έννοια του χρήστη υπηρεσιών και του ελέγχου ποιότητας ψυχιατρικών-ψυχοκοινωνικών θεσμών), καθώς και από την αύξηση του κινδύνου διάλυσης του ατομικού μέσα στο παγκόσμιο. Στο πλαίσιο αυτό η έννοια της διαπροσωπικής και κοινωνικής αλληλεγγύης μπαίνει σε κρίση και ως συνέπεια αναδύεται η ανάγκη μιας κεντρικής οργάνωσης και ελέγχου στα ψυχιατρικά δρώμενα από την πλευρά των ίδιων των ψυχιατρικών ασθενών, αν θέλουν να αντισταθούν στη λεγόμενη «δικτατορία της πληροφορίας» και την διάχυση-διάλυση που αυτή μπορεί να επιφυλάσσει. Η προσωπική και συλλογική εμπλοκή των άμεσα ενδιαφερομένων στη διαμόρφωση ενός άλλου συστήματος περίθαλψης συναντάται και υποστηρίζεται από την ιδέα της κοινωνίας των πολιτών. Σ’ αυτά τα πλαίσια μιας όλο και πιο αυτονομούμενης δράσης αρχίζει σταδιακά και η επεξεργασία μιας νέας θεωρίας για την ψυχική νόσο.
Η Τάση σήμερα είναι κατά κύριο λόγο η τόνωση της ιδέας της εμπλοκής μη ειδικών και δυναμικών αυτοβοήθειας σε ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες και η χρήση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας μόνο όπου κρίνεται αναγκαίο (Brill, 1992). Στόχος αυτών των στρατηγικών είναι η τόνωση του κοινωνικού ιστού, η παρεμπόδιση βλαβών που προκαλούνται από την ίδια τη μεσολάβηση ειδικών, η μείωση του κόστους για το πολιτικό σύστημα, και η ταυτόχρονη αύξηση της αποτελεσματικότητάς του.
Σ’ αυτό το σημείο εκφράζεται και η κριτική ότι η επέκταση του μοντέλου της αυτοβοήθειας κινδυνεύει να συμπληρώνει επικουρικά το κυρίαρχο ιατρικό μοντέλο, αντί να υποστηρίζει στην πράξη δυνάμεις κοινωνικής αλληλεγγύης ως εναλλακτική πρόταση σ’ αυτό, αποτελώντας μια φθηνή λύση στην κάλυψη των αναγκών ενός κράτους, που δεν επενδύει στους αδύναμους-μη παραγωγικούς πολίτες του. Ως τέτοια χαρακτηρίστηκε από κάποιους ως η «καθολική μουσική συνοδεία στη διαδικασία της επανιδιωτικοποίησης του κράτους δικαίου» (Kandolf et al.,1989)
Ο νεωτεριστικός χαρακτήρας των κινήσεων αυτοβοήθειας μοιάζει ωστόσο σήμερα να είναι τέτοιος, που δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορη την αναπτυσσόμενη νέα κοσμοεικόνα. Αυτός συνίσταται: στην ανάπτυξη μιας νέας κοινωνικής τεχνολογίας, νέων μορφών εθελοντισμού χωρίς διάκριση ρόλων μεταξύ βοηθούντα και βοηθούμενου, στην πρακτική της οργανωτικής αποκέντρωσης και της ανακάλυψη άγνωστων ή κρυμμένων ως σήμερα κοινωνικών αποθεμάτων.
Ως σημαντικότερα προβλήματα στην εφαρμογή και επέκταση της ιδέας της αυτοβοήθειας αναφέρονται: προβλήματα χρηματοδότησης, τεράστια προσωπική επένδυση χρόνου και ενέργειας των εμπλεκόμενων προσώπων, ο βραχυπρόθεσμος και μη μόνιμος χαρακτήρας των προγραμμάτων, καθώς και ο κίνδυνος αποκλεισμού της μη ψυχωσικής διαφοράς (Κurtz, 1997,Thomasina, 1999, Mäkelä, 1996, Hatzidimitriadou, 2002 κ.α.)
5. Διάκριση διαφόρων μοντέλων αυτοβοήθειας
5.1. Οι Πρόδρομοι
Ένα μέρος των ομάδων που καταχωρούνται ως κινήσεις αυτοβοήθειας ξεπήδησαν από πρωτοβουλίες εργαζομένων σε ψυχιατρικούς-ιδρυματικούς χώρους ή στηρίχθηκαν από άλλους επαγγελματίες (γιατρούς, ιερείς) ήδη από την έναρξη της λειτουργίας τους κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Στις δεκαετίες του 1970 και 1980 η υποκίνηση ή υποστήριξη πρωτοβουλιών αυτοβοήθειας από κριτικούς εργαζομένους του ψυχοκοινωνικού χώρου εντάσσονταν σε ευρύτερες κινήσεις αμφισβήτησης της ιδρυματικής ψυχιατρικής από τα μέσα. Από την ίδια δυναμική αναπτύχθηκαν εξωιδρυματικά κέντρα ομαδικής συνάντησης ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία (Clubs), με την έννοια εναλλακτικών κέντρων κοινωνικής ψυχιατρικής. Σ’ αυτή την ιστορική φάση συντελείται μια σταδιακή μετάβαση από τον κλασικό, ιατρικά-κλινικά προσδιορισμένο ρόλο των επαγγελματιών ψυχικής υγείας σε έναν ρόλο ψυχοκοινωνικού υποστηρικτή των «ψυχικά πασχόντων», ο οποίος δίνει έμφαση στο θέμα των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους και την αφύπνιση της κοινής γνώμης γύρω από την κοινωνική τους επανένταξη.
Τέτοιες μορφές αποκαλούμενης υπαγορευμένης αυτοβοήθειας μπορούν να αντιμετωπιστούν μάλλον σαν πρόδρομοι και όχι σαν μοντέλα αυτοβοήθειας καθαυτά. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν ιστορικά:
· το Recovery Inc. 1930s , ιδρυμένο από τον ψυχίατρο Dr. Low για τους ψυχιατρικούς ασθενείς του μετά την ψυχιατρική τους νοσηλεία, ως υποστηρικτικό κοινωνικό σύστημα γι’ αυτούς, με στόχο την μείωση της υποτροπής. Ο ιδρυτής αποκηρύχθηκε από την ιατρική κοινότητα και έχασε την άδεια άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος εξαιτίας αυτής του της δράσης. Αναγκάστηκε υπό αυτήν την πίεση να εγκαταλείψει το Recovery. H ομάδα συνέχισε ωστόσο να συναντιέται κανονικά και μετά την αποχώρησή του. Ο Dr Low πέθανε το 1954. Το 1964 η ομάδα αριθμούσε 5.000 μέλη στις ΗΠΑ. Η κριτική που ασκήθηκε στην πρωτοβουλία αυτή είχε να κάνει με τη εκτίμηση ότι η ομάδα αποσκοπούσε στην κοινωνική ενσωμάτωση και ένταξης των ασθενών, χωρίς να θέτει σε αμφισβήτηση καθόλου τις κοινωνικές σχέσεις.
· Τα διάφορα αντιψυχιατρικά παραδείγματα στην Αγγλία και την Αμερική
· Το πρόγραμμα Σωτηρία (με ερέθισμα το Kingley Hall του Ronald Laing στο Λονδίνο: Καλιφόρνια 1971 Loren Mosher, Βέρνη 1984 Luc Ciompi, 1994 Τμήμα Σωτηρία στο δημόσιο ψυχιατρείο Γκιούτερσλοου, 1996 σχεδιασμός για μια γερμανική Σωτηρία στο Μάκτεμπουργκ). Μοντέλο στηριγμένο στο θεωρητικό ψυχοκοινωνικό μοντέλο της ευαλωτότητας (Vulnerability model). Παρέχει σε ανθρώπους σε οξεία ψυχωσική κρίση ήρεμο περιβάλλον, συνεχή διακριτική φροντίδα 24 ώρες το 24ωρο από εξειδικευμένους στο μοντέλο επαγγελματίες του ψυχοκοινωνικού χώρου, χωρίς κλασικά εννοούμενη θεραπεία, ευέλικτο εξατομικευμένο ημερήσιο πρόγραμμα, το «απαλό δωμάτιο» για μείωση των ερεθισμάτων σε περιόδους κρίσεων, σεβασμό των επιθυμιών τους για μη ιατρική διαχείριση της κατάστασης, συνεχή συνεργασία με την οικογένειά τους.
· Προγράμματα κοινωνικής ψυχιατρικής για ψυχικά πάσχοντες: Κέντρα Ημέρας, κλάμπς ασθενών, με έμφαση το δημιουργικό γέμισμα του ελεύθερου χρόνου, την ανάπτυξη διανθρώπινων σχέσεων και την οικοδόμηση εξωνοσοκομειακού υποστηρικτικού συστήματος.
· Προγράμματα προστατευμένης (έμμισθης) εργασίας για ψυχικά πάσχοντες: θεραπευτικοί συνεταιρισμοί, παραγωγικά εργαστήρια για λεγόμενους ψυχικά αναπήρους
· Προγράμματα Ψυχοεκπαίδευσης για ψυχικά πάσχοντες και τις οικογένειές τους: από ψυχιατρικούς φορείς, επαγγελματίες «διδάσκουν» τους άμεσα ενδιαφερόμενους τι τους συμβαίνει και τις πρέπει να κάνουν για να το αντιμετωπίσουν
· Προγράμματα προώθησης της αυτοβοήθειας (Μοντέλο ΚΙSS, Γκίσεν, Αμβούργο, τέλη δεκ. 1970): γραφεία επαφής και πληροφόρησης για πολίτες και άμεσα ενδιαφερόμενους πάνω σε θέματα αυτοβοήθειας και παροχή υλικοτεχνικών υποδομών για διευκόλυνση των υπαρχουσών και νέων Ο.Α. Ξεκίνησαν ως ερευνητικά προγράμματα πανεπιστημίων (Γκίσσεν, Αμβούργο) και αυτονομήθηκαν στην πορεία.
5.2. Σχήματα αυτοβοήθειας
Ως ομάδες αυτοβοήθειας ορίζονται (Chamberlin, 1978, 1990, Kurtz, 1999) ομάδες ανθρώπων με προσωπική ψυχωσική ή/και ψυχιατρική εμπειρία, αυτοδιαχειριζόμενες, αντιιεραρχικές, αντιγραφειοκρατικές, αντιελιτίστικες, δημοκρατικά οργανωμένες, εστιασμένες στην αλλαγή, με πυρήνα δράσης την κοινότητα, κεντρικό αυτονόητο την προσωπική εμπειρία και όχι την επαγγελματική εξειδίκευση και την ανάπτυξη ενιαίας ιδεολογίας γύρω από την ψυχωσική εμπειρία ως αντίδοτο στην ιδέα της «αρρώστιας». Ως μηχανισμοί αλλαγής, που παρατηρείται να ενεργοποιούνται σε μια ομάδα αυτοβοήθειας, αναφέρονται: η ενδυνάμωση των μελών, η αναπλαισίωση της κατανόησης της νόσου, η ανάπτυξη μιας νέας κοινότητας ζωής μεταξύ των μελών, ενόραση, καθώς και ο μετασχηματισμός της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας με την έννοια της επανασυγγραφής της προσωπικής ιστορίας.
Παρότι αυτές οι ομάδες αναπτύσσουν εκ των πραγμάτων ψυχοδυναμικά χαρακτηριστικά ομάδων, διαφέρουν από κλασικές ομάδες ψυχοθεραπείας ως προς την απουσία επαγγελματία συντονιστή με θεραπευτική κατεύθυνση. Με τον ίδιο τρόπο διαφοροποιούνται από μεικτές (με επαγγελματίες και άμεσα ενδιαφερόμενους) λεγόμενες ομάδες στήριξης.
Ο Emerick (1989, 1990, 1991, 1992,1995) διαχωρίζει τις μέχρι σήμερα παρατηρούμενες ομάδες αυτοβοήθειας:
- α) σε ριζοσπαστικές ομάδες αυτοβοήθειας, με την έννοια των κοινωνικών κινημάτων, που ορίζουν ως βασικό στόχο τη μεταρρύθμιση του συστήματος περίθαλψης και φέρουν συχνά μια αντιψυχιατρική προοπτική
- β) σε συντηρητικές ο.α. ή ομάδες ατομικής θεραπείας, όπου η βασική εστίαση γίνεται στην ατομική αλλαγή-θεραπεία και έχουν συνήθως μια προ-ψυχιατρική κατεύθυνση.
γ) σε συνδυαστικές ο.α., οι οποίες δηλώνουν ως στόχο τους τόσο την κοινωνική όσο και η ατομική αλλαγή.
Στις περιπτώσεις που πρωτοβουλίες αυτοβοήθειας έχουν προχωρήσει στην οργάνωση εναλλακτικών στην ψυχιατρική υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής φροντίδας (βλ. παραπάνω α, γ), διακρίνονται, όσον αφορά στη συνδιαλλαγή τους με επαγγελματίες του ψυχοκοινωνικού χώρου, τρία μοντέλα (Kurtz, 1999):
ι) Συνεργατικό μοντέλο (επαγγελματίες και άμεσα ενδιαφερόμενοι σχεδιάζουν και προσφέρουν υπηρεσίες, σαφής διάκριση «άρρωστου» και εργαζόμενου)
ιι) Υποστηρικτικό μοντέλο («άρρωστοι» και «μη άρρωστοι», αλλά όχι επαγγελματίες, για να αποφευχθεί η διάκριση αυτού που προσφέρει και αυτού που παίρνει βοήθεια). Επαγγελματίες χρησιμοποιούνται-μισθώνονται περιστασιακά ως εξωτερικοί συνεργάτες.
ιιι) Σεπαρατιστικό (διαχωριστικό) μοντέλο: μόνο πρώην ασθενείς, αμοιβαία βοήθεια και από κοινού λειτουργία των υπηρεσιών.
6. Οι κυριότερες Ομάδες Αυτοβοήθειας προσώπων με ψυχωσική εμπειρία
6.1 Αμερική
Μέχρι το 2000 καταγράφονταν στις ΗΠΑ περισσότερα από 10 εκατομμύρια μέλη σε κάθε είδους Ο.Α. (Kurtz,1999).
6.1.1. Οι Ομάδες των ανωνύμων
Στην παράδοση της πρώτης ομάδας των Ανώνυμων Αλκοολικών κατά τη δεκαετία του 1920 στην Αμερική, ιδρύθηκαν δύο ομάδες για ανθρώπους με ψυχιατρικά προβλήματα, συναφείς ιδεολογικά με τις αρχικές, αυτές των Emοtion Anonymous και των Ανώνυμων Σχιζοφρενών.
Emotion anonymous: Ιδρύθηκε το 1971 στην Μινεζότα, το 1996 αριθμούσε 1200 ομάδες παγκόσμια. Απευθύνεται σε άτομα με λεγόμενες συναισθηματικές διαταραχές. Στη φιλοσοφία και τη δομή της ταυτίζεται με τους Α.Α. Γενικά τηρείται μια μη ψυχιατρική στάση απέναντι στα συναισθηματικά προβλήματα, η δομή των ομάδων είναι μη ιεραρχική, (ροτάρισμα του λήντερ, μη κριτικό κλίμα) και ακολουθείται η λογική των 12 βημάτων και των 12 παραδόσεων. Η συμμετοχή στην ομάδα προϋποθέτει την πίστη «σε μια ανώτερη δύναμη, όπως την καταλαβαίνει ο καθένας». Η πρωτοβουλία δεν επιδοτείται από πουθενά.
Schizophrenics Anonymous:
Ιδρύθηκε το 1960 από επαγγελματίες (Hoffer & Osmond, 1960).
Στην σημερινή της μορφή ως ΟΑ επανιδρύθηκε το 1985 από την Joanne Verbanic στην περιοχή του Ντιτρόιτ (ΗΠΑ). Σήμερα αριθμεί περίπου 140 ομάδες στις ΗΠΑ, το Μεξικό, τη Βενεζουέλα, τη Βραζιλία, τον Καναδά. Δρα κυρίως στον αμερικάνικο χώρο.
Στηρίζεται σε μια βιολογική-βιοχημική ερμηνεία της σχιζοφρένειας, αποδέχεται ως αναγκαία την φαρμακευτική αγωγή και θεωρεί ως επανάσταση στην θεραπεία της νόσου την ανακάλυψη των νευροληπτικών φαρμάκων. Θεωρεί τις ομάδες αυτοβοήθειας συμπληρωματικό στοιχείο στη θεραπεία της Σχιζοφρένεια, πλάι στην φαρμακοθεραπεία, την βοήθεια από ειδικούς και άλλες ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις, «για μεγαλύτερη ανακούφιση από την αρρώστια και αύξηση της ποιότητας ζωής τους». Η ειδοποιός διαφορά της παρέμβασης αυτοβοηθητικού χαρακτήρα είναι η ανταπόκριση «σε συναισθηματικές, φυσικές και πνευματικές ανάγκες» των ανθρώπων με αυτήν την «πάθηση», η ενημέρωσή τους για τις πρόσφατες ανακαλύψεις ενάντια στην νόσο και η δημιουργία κοινωνικού πλαισίου, που κατανοεί τα συμπτώματα, δεν κρίνει και δεν απορρίπτει τους ανθρώπους που τα ζουν.
Η ίδρυση των Α.Σ. βασίζεται κατά την ιδρύτρια στην εμπειρία ότι άνθρωποι με σχιζοφρένεια δεν γίνονται κοινωνικά αποδεκτοί και ως εκ τούτου δεν μπορούν να νιώσουν καλά σε κάποια άλλη ομάδα (αυτοβοήθειας ή άλλου τύπου).
Είναι σαφής η επιρροή τους από τους Α.Α (κυρίως ως προς την δόμηση της μεθοδολογίας και την πρόσκληση των μελών για στροφή σε μια ανώτερη δύναμη: «τον θεό όπως εγώ τον καταλαβαίνω»), αλλά δεν υιοθετούνται τα 12 βήματα. ΄Εχουν κάνει μια προσαρμογή του περιεχομένου των βημάτων και σήμερα αποδέχονται 6 βήματα ανάρρωσης (Steps for recovery) με κεντρικές τις έννοιες: παραδίνομαι, επιλέγω, πιστεύω, συγχωρώ, κατανοώ, αποφασίζω
6.1.2. WANA (We Are Not Alone): ξεκίνησε το 1940 στην Νέα Υόρκη σαν αμιγής ομάδα αυτοβοήθειας ασθενών μετά από την ψυχιατρική τους νοσηλεία. Στην πορεία άρχισαν να συμμετέχουν μη άρρωστοι ως εθελοντές και στην πορεία επαγγελματίες. Στη δεκαετία του 1960 μετατράπηκε σε ένα καθόλα επαγγελματικό, ιδιαίτερα διευρυμένο εναλλακτικό πρόγραμμα με το όνομα „Fountain-House“.
6.1.3. ΟΑ-Ομάδες Aφύπνισης (concious raising groups), ΗΠΑ δεκαετία 1970.
Πρόκειται για ομάδες με δεδηλωμένο πολιτικό στόχο και αντίστοιχη δράση.
Ως επιτυχή και μακρόβια παραδείγματα αναφέρονται στη συνέχεια:
. α) Η Mental Patient Association, ιδρύθηκε το 1971 στο Vancouver της British Columbia, από ασθενείς ενός νοσοκομείου ημέρας μετά την έξοδό τους απ’ αυτό. Τα κύρια χαρακτηριστικά της ήταν τα παρακάτω::
ü Αφετηρία της αυτοοργάνωσης ήταν η συλλογική και εκφρασμένη δυσφορία των μελών με το ψυχιατρικό σύστημα
ü Δόθηκε έμφαση στα δικαιώματα των ψυχιατρικών ασθενών και την προστασία τους
ü Επιδόθηκε σε κριτική δημοσιοποίηση των συνθηκών μέσα στα ψυχιατρεία
ü Εφάρμοσε μεθόδους άσκησης κοινωνικού ελέγχου σε θεσμούς, όπως γραφεία εύρεσης εργασίας κλπ
ü Η λειτουργία της είχε χαρακτηριστικά συμμετοχικής δημοκρατίας
ü Επεξεργάστηκε την ανάπτυξη εναλλακτικών στην ψυχιατρική μορφών στήριξης ψυχικά πασχόντων (κέντρα συνάντησης- drop-in centres, κοινόβια, κέντρα εκδραμάτισης των κρίσεων - freak out centres κλπ)
ü Η λειτουργία των νέων αυτών υπηρεσιών στηριζόταν σε αμοιβόμενα μέλη προσωπικού, μη επαγγελματίες, εκλεγμένα με θητεία 6 μηνών.
β) Mental Patients Liberation Front. Ιδρύθηκε το 1971 στην Boston από δύο πρώην ψυχιατρικούς ασθενείς και επεξεργάστηκε ένα πολύ σημαντικό εγχειρίδιο δικαιωμάτων ψυχιατρικών νοσηλευομένων.
γ) Mental Patients Liberation Projekt, ιδρύθηκε το 1971, Νέα Υόρκη και κατέληξε στη σύνταξη ενός λεπτομερούς και χρηστικού καταλόγου δικαιωμάτων ψυχικά πασχόντων.
6.2 Ευρώπη
ΓΕΡΜΑΝΙΑ[2]ΟΛΛΑΝΔΙΑ-ΑΓΓΛΙΑ
Ανάλογη ήταν και η εξέλιξη της ιδέας της αυτοβοήθειας στον ευρωπαϊκό χώρο, στον οποίο όμως οι σεπαρατιστικού χαρακτήρα κινήσεις αυτοβοήθειας πήραν στην πορεία έναν πολύ πιο έκδηλο και οργανωμένο πολιτικό χαρακτήρα απ’ ό,τι στην Αμερική. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική αυτής της τάσης ήταν η εξέλιξη στη Γερμανία, σύντονη με το ισχυρό ευρύτερο κριτικό κοινωνικό κίνημα της χώρας στη δεκαετία του 1970.
Οι πρώτες κινήσεις αμφισβήτησης της κλασικής ψυχιατρικής βρήκαν την κορύφωσή τους στην ίδρυση της ονομαζόμενης Σοσιαλιστικής Κοινότητας Ασθενών (SPK) στη Χαϊδελβέργη το 1972 και την κατάληψη της κλινικής νοσηλείας των μελών της. Επρόκειτο για μια πρωτοβουλία, η οποία είχε σ’ όλη τη διάρκειά της τη στήριξη ενός από τους ψυχιάτρους της κλινικής, απέκτησε όμως ένα σχετικά αυτόνομο πρόσωπο και συμβολικό χαρακτήρα για το μέλλον, καθώς ενσάρκωσε με την κατάληψη της κλινικής το όραμα της αυτοδιαχείρισης στο χώρο της ψυχικής υγείας. Στη συνέχεια και μετά την καταστολή της κατάληψης της ψυχιατρικής κλινικής στη Χαϊδελβέργη ιδρύθηκαν σε εθελοντική βάση τα πρώτα Κέντρα Διαμαρτυρίας, όπου μπορούσε κανείς να καταγγέλλει ανάρμοστες ή παράνομες συμπεριφορές από το προσωπικό των ψυχιατρείων προς νοσηλευομένους. Το 1982 ιδρύθηκε μια αυτόνομη πρωτοβουλία με το όνομα «Η επίθεση των τρελών» με βασικό πόλο δράσης το Βερολίνο, η οποία συγκρότησε ισχυρό κριτικό και αντιψυχιατρικό λόγο και είχε για μεγάλο διάστημα εκδοτικές και άλλες δράσεις. Μια μετάλλαξη της ομάδας αυτής, με νέα μέλη, υπάρχει και δρα μέχρι και σήμερα. Στο ίδιο πνεύμα συγκροτούνται την ίδια εποχή η ελεύθερη κλινική (free clinic) και η σοσιαλιστική αυτοβοήθεια Κολωνίας και οι δύο πρωτοβουλίες με έντονα κριτικό πολιτικό λόγο.
Γενικά η δεκαετία του 1980 μπορεί να χαρακτηριστεί για τη Γερμανία και τον ευρύτερο βορειοευρωπαϊκό χώρο καθοριστική για την οικοδόμηση και εφαρμογή νέων, εναλλακτικών προτάσεων στο χώρο της ψυχικής υγείας, με σαφή πολιτικό προσανατολισμό.
· Το 1983 δημιουργείται το πρώτο Σπίτι-Καταφύγιο για ψυχικά πάσχοντες (Run-away-house) στην Ουτρέχτη της Ολλανδίας, ως χώρος διαφυγής και προστασίας προσώπων που είχαν δραπετεύσει από την ψυχιατρική βία ή γενικώς την ψυχιατρική. Ανταποκρινόταν ή προσομοίαζε αρκετά προς το θεσμό των καταφυγίων γυναικών, τα οποία είχαν ήδη γνωρίσει μεγάλη εξάπλωση στην περιοχή κατά τη δεκαετία του 1970, και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 υπήρχαν τέτοια καταφύγια σχεδόν σε κάθε ολλανδική μεγαλούπολη. Σ’ αυτά τα σπίτια-καταφύγια για ψυχικά πάσχοντες ήταν παρόν μόνο 4 ώρες την ημέρα κάποιο πρόσωπο, το οποίο δεν ήταν επαγγελματίας, συνήθως όμως ούτε και άμεσα ενδιαφερόμενος, και είχε αυστηρά διαχειριστικό ρόλο σχετικά με το χώρο και το κτίριο. Στα πλαίσια των Σπιτιών αυτών ήταν αποδεκτά τα ψυχοφάρμακα και δεν υπήρχε βασική θεωρητική-πολιτική θέση σε σχέση μ΄ αυτά ή την ψυχική αρρώστια γενικά. Παρατηρήθηκαν εν μέρει απογοητευτικές καταστάσεις χάους, εγκατάλειψης ψυχικά πασχόντων σε συνθήκες κρίσης, και ως εκ τούτου μεγάλες διαρροές προσώπων και επιστροφές στο ψυχιατρείο. Αυτά τα κενά προσπάθησαν στην πορεία να αποφύγει η αντίστοιχη γερμανική πρωτοβουλία, με σημαντική μέχρι σήμερα επιτυχία.
· Το 1985 ιδρύεται στη Γερμανία η Ομοσπονδιακή Ένωση Συγγενών Ψυχικά Πασχόντων, αρχικά με στήριξη από κριτικές οργανώσεις επαγγελματιών, η οποία γρήγορα ανέπτυξε μια αξιοσημείωτη δράση - βεβαίως με άλλον θεωρητικό-πολιτικό προσανατολισμό απ’ ό,τι οι οργανώσεις των .ίδιων των ενδιαφερομένων αργότερα.
· Το 1987 συγκροτείται στη Γερμανία η πρωτοβουλία «΄Ενωση προστασίας από την ψυχιατρική βία» (Verein zum Schutz von psychiatrischer Gewalt), κύρια από άμεσα ενδιαφερόμενους, μη αποκλείοντας όμως και κριτικούς επαγγελματίες του ψυχοκοινωνικού χώρου.
· Επίσης το 1987 ξεκινά ο πρώτος σχεδιασμός Σπιτιού-Καταφυγίου (Weglaufhaus) του Βερολίνου, το οποίο αρχίζει να λειτουργεί ολοκληρωμένα - και σημαντικά διαφοροποιημένο στις αρχές και τη φιλοσοφία του από αυτό της Ουτρέχτης – για πρώτη φορά το 1996.
· Το 1989 ιδρύεται το αγγλικό «δίκτυο ανθρώπων που ακούν φωνές»(Hearing voices network).
· Μπαίνοντας η δεκαετία του 1990 υπάρχει μια σημαντική κίνηση εσωτερικών ζυμώσεων και συνασπισμού στη Γερμανία ανάμεσα σε διάφορες πρωτοβουλίες και ομάδες άμεσα ενδιαφερομένων, που είχαν ήδη αρθρώσει σαφή πολιτικό λόγο. Το 1991 συγκροτείται επίσημα η «Ομάδα εργασίας των άμεσα ενδιαφερομένων» (Arbeitsgruppe Betroffene), η οποία οργανώνει ένα συνέδριο με τίτλο «Οι άνθρωποι με ψυχιατρική εμπειρία σπάνε τη σιωπή τους». Σ’ αυτό το συνέδριο αποφασίζεται η ίδρυση πανγερμανικής ομοσπονδιακής οργάνωσης, που να εκπροσωπεί περίπου 200 επιμέρους λειτουργούσες οργανώσεις αυτοβοήθειας, καθώς και όλους αυτούς που έγιναν αντικείμενο ψυχιατρικού εγκλεισμού, αλλά και βίαιης στείρωσης από το τρίτο Ράιχ.
· Το 1992 ιδρύεται επίσημα η «ομοσπονδιακή οργάνωση ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία» (Bundesverband Psychiatrieerfahrener e.V.), με παραρτήματα στα διάφορα γερμανικά κρατίδια. Το 1998 είχαν καταγραφεί πάνω από 80 Ομάδες αυτοβοήθειας και πάνω από 650 ενεργά μέλη της συνομοσπονδίας. Αυτή η συνομοσπονδία, που αποτελεί σήμερα στη Γερμανία τον βασικό συνομιλητή για επαγγελματίες, αλλά στην πορεία και για πολιτικούς στο χώρο της ψυχικής υγείας, επιδόθηκε αμέσως μετά τη συγκρότησή της σε μια σειρά από δράσεις, αποφασιστικές για την αλλαγή της κουλτούρας γύρω από θέματα δικαιωμάτων ψυχιατρικών νοσηλευομένων και θεωρίας της ψυχικής ασθένειας γενικότερα. Πιο συγκεκριμένα:
ü Το 1995 έκανε μια έρευνα σχετικά με την ποιότητα της ψυχιατρικής περίθαλψης στη Γερμανία, όπου συγκέντρωσε, συστηματοποίησε και αξιολόγησε απόψεις από πολυάριθμους ψυχιατρικούς νοσηλευθέντες στη Γερμανία και κατέληξε να προτείνει συγκεκριμένες θεσμικές και επί του περιεχομένου αλλαγές.
ü Το 1996 συμμετείχε στην ίδρυση το Σπίτι Φυγής στο Βερολίνο
ü Το 1997 συμμετείχε στην ίδρυση του γερμανικού δικτύου «Ακούω Φωνές»
ü Το 1997 θεμελίωσε από κοινού με το Τμήμα Ψυχολογίας του πανεπιστημίου του Αμβούργου το πρώτο γερμανικό «Σεμινάριο πάνω στην Ψύχωση» (βλ. αργότερα).
ü Ταυτόχρονα εκδίδει περιοδικό έντυπο, οργανώνει σεμινάρια πάνω στην ψύχωση, στηρίζει έμπρακτα και εμψυχώνει την ίδρυση και λειτουργία νέων ομάδων αυτοβοήθειας στη γερμανική επικράτεια, αναλαμβάνει την πληροφόρηση ασθενών πάνω στα δικαιώματά τους, συνδιοργανώνει και συμμετέχει σε συνέδρια, έκδοση εντύπων (πάνω από 60 εφημερίδες από άμεσα ενδιαφερόμενους) και βιβλίων, προσφέρει στήριξη για την ίδρυση Κέντρων Διαμαρτυρίας, και καθιέρωσης θεσμών όπως η Ψυχιατρική Διαθήκη και το Θεραπευτικό Συμβόλαιο.
ü Συγκεντρώνει υπογραφές και ασκεί πολιτική πίεση για διάφορα σημαντικά θέματα στο χώρο της ψυχιατρικής (δημοκρατικότερες συνθήκες νοσηλείας, χρηματοδότηση συγκεκριμένων θεραπευτικών μεθόδων από τα ταμεία υγείας κλπ), εκδίδει πραγματογνωμοσύνες για σχετικά θέματα, συμμετέχει σε επιτροπές.
ü Συμμετέχει στο «Ευρωπαϊκό Δίκτυο (πρώην) χρηστών καιεπιζησάντων της ψυχιατρικής» (ENUSP), το οποίο και εκπροσωπεί στην Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας.
Στα πλαίσια της Συνομοσπονδίας υπάρχουν όλες οι πολιτικές κατευθύνσεις σχετικά με το μέλλον της ψυχιατρικής, από εκσυγχρονιστικές μέχρι και ριζοσπαστικές θέσεις κατάργησης του ψυχιατρικού παραδείγματος γενικά. Ο κοινός παρανομαστής τους μοιάζει να είναι η υπεράσπιση του δικαιώματος αυτοκαθορισμού ψυχιατρικών νοσηλευομένων πάνω στη ζωή και την εμπειρία τους.
7. Δημιουργία δομών εναλλακτικών προς την (παραδοσιακή ή κοινωνική) ψυχιατρική στα πλαίσια κινήσεων αυτοβοήθειας
7.1. Σπίτια Φυγής (απάντηση σε μοντέλα τύπου «Σωτηρίας»)
Μετά το πρώτο ιστορικά μοντέλο της Ολλανδίας (βλ. §6.1) δημιουργήθηκε στη Γερμανία το πρώτο Σπίτι Φυγής στο Βερολίνο το 1996 με το όνομα «Βίλα Στέκλε» και τη φιλοδοξία να αποφύγει τα λάθη του ολλανδικού παραδείγματος. Παρακάτω περιγράφονται στα κύρια χαρακτηριστικά του:
Berlin, 01.01.1996, Villa Stöckle
Για άστεγους ψυχιατρικούς ασθενείς
ü 13 θέσεις, μεικτά ως προς το φύλο(ένας όροφος μόνο για γυναίκες)
ü 6 μήνες παραμονή και προστασία
ü δημόσια χρηματοδότηση από ένα τμήμα της πρόνοιας (για ανθρώπους ευρισκόμενους σε ιδιαίτερο ψυχοκοινωνικό κίνδυνο)
ü 24ωρη συνοδεία από έμπειρο εκπαιδευμένο προσωπικό, κατά 50% με προσωπική ψυχωσική προϊστορία, ατομική συνοδεία.
ü Επεξεργασία της προσωπικής τους ψυχιατρικής τους ιστορίας
ü Μη λήψη φαρμάκων
ü Εκ νέου απαίτηση των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων τους
ü Ανάπτυξη μιας νέας επαγγελματικής ή άλλης προσωπικής προοπτικής
ü Εναλλακτικό προς μια νοσηλεία στο ψυχιατρείο.
Το Σπίτι Φυγής του Βερολίνου είναι σήμερα μια μεικτή προσπάθεια από ανθρώπους με ή χωρίς προσωπική ψυχωσική εμπειρία. Διέπεται όμως από αρχές που κάνουν κάθε είδους ψυχοκοινωνικό επαγγελματισμό στην πράξη μη εφαρμόσιμο και διαθέτει πολιτική άποψη πάνω στο θέμα της κοινωνικής διαχείρισης της ψυχωσικής εμπειρίας. Επιμένουν ότι δεν κάνουν θεραπεία. Προωθούν αφηγηματικές τεχνικές επεξεργασίας της ψυχωσικές εμπειρίας και στήριξη στον κοινωνικό τομέα.
Διαβάζουμε μεταξύ άλλων στην ιστοσελίδα του: «Οι τρελοί δεν είναι άρρωστοι, αλλά σε μια πορεία αναζήτησης της δικής τους θέσης στον κόσμο, μιας αναζήτησης που μπορεί να μοιάζει λιγότερο ή περισσότερο ακατανόητη. Γι’ αυτό το πράγμα δεν χρειάζονται ψυχοφάρμακα που αδρανούν τον εγκέφαλό τους και καμιά θεραπεία, που θα τους πείσει πως είναι ανάπηροι. Αντί γι αυτά χρειάζονται χρόνο, ηρεμία, κατανόηση και ενθάρρυνση».
7.2 Ξενοδοχείο για ανθρώπους με ψυχιατρική εμπειρία (Psychatrieerfahrener Hotel). Το μοντέλο δημιουργήθηκε και εφαρμόζεται ως σήμερα στη Σουηδία από ομάδα αυτοβοήθειας. Οι λειτουργίες της διαμονής και της θεραπείας είναι αυστηρά διαχωρισμένες. Οι συμμετέχοντες στο μοντέλο ψυχικά πάσχοντες ορίζουν μόνοι το πρόγραμμα συμμετοχής τους σε παροχές, ανάλογα με το ποιες θέλουν.
7.3 Ομάδες συνοδείας το άλογο του ανέμου (Windhorse Begleitgruppen): Εθελοντές συνοδεύουν βετεράνους της ψυχιατρικής (εκτός θεσμών) σε 3ωρη βάση και ανταλλάσσουν τις εμπειρίες τους. Το μοντέλο στηρίζεται σε ένα μοντέλο κατανόησης της ψύχωσης από τους E.M.Podfoll και J.Fortuna, το οποίο χρησιμοποιεί πολλά στοιχεία της δυτικής, βουδιστικής και ινδιάνικης σκέψης και ενσωματώνει πολλά πνευματιστικά και θρησκευτικά στοιχεία σε σχέση με την ψύχωση.
7.4 Σεμινάρια πάνω στην ψύχωση (Τριάλογος. Απάντηση στα Προγράμματα Ψυχοεκπαίδευσης. Σημαντικά ονόματα στη Γερμανία: Sophie Zerchin, Dorothea Buck, Thomas Bock (Buck, Bock, 1992, Bock et al, 1998, Bock et al, 2001)
Bασικοί σταθμοί στη συγκρότηση των Σεμιναρίων:
· 1987 στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας στη διάρκεια ενός τηλεοπτικού σώου, εμφανίστηκαν πολλοί άνθρωποι που άκουγαν φωνές και δεν είχαν στο παρελθόν τους καμιά ψυχιατρική εισαγωγή. Σ’ αυτή τη βάση στήθηκε από τον καθ. Μάριους Ρόμ μια έρευνα για το Παν/μιο του Λίμπουργκ, όπου ερευνήθηκαν οι στρατηγικές διαχείρισης από την πλευρά των άμεσα ενδιαφερομένων των ακουστικών τους παραισθήσεων σε μια συνεργασία των ιδίων με επαγγελματίες, συγγενείς ψ.π. και φίλων. Η ιδέα αυτή οδήγησε πολύ σύντομα στη γέννηση της ιδέας του Τριαλόγου και των «σεμιναρίων πάνω στην ψύχωση».
· 1989 Αγγλία: «δίκτυο ανθρώπων που ακούν φωνές». Περιοδικό και συναντήσεις για άμεσα ενδιαφερόμενους και μη. Πρόδρομος των σεμιναρίων για την ψύχωση.
· 1995 Το 1ο σεμινάριο πάνω στην ψύχωση στο Μάαστριχτ.
· 1996 Το 1ο σεμινάριο πάνω στην ψύχωση στην Ουαλία
· 1997 Στο Αμβούργο, Παν/μιο, το 1ο γερμανικό εργαστήριο στο θέμα .
«Το να θεωρούμε το Ακατανόητο δυνατόν στα μέτρα του ανθρώπινου, και ως τέτοιο να το εκτιμούμε μάλιστα και να του δίνουμε αξία, είτε από θρησκευτικά, είτε από επιστημονικά, ανθρωπιστικά ή ηθικά κίνητρα, κι ωστόσο να μην εγκαταλείπουμε ποτέ την αναζήτηση των ατομικών κάθε φορά σημασιών, αλλά αντίθετα να τις ακολουθούμε και να τις συνοδεύουμε χωρίς επιφυλάξεις...» Bock, Th., Weigand, H. 1992, S.208.
D.Buck: ανέπτυξε ένα ερωτηματολόγιο για τους άμεσα ενδιαφερόμενους, προσκαλώντας τους να αναπτύξουν τα δικά τους μοντέλα για την ψύχωση, ανταγωνιστικά προς το μοντέλο της Ευαλωτότητας ή βιοχημικά μοντέλα εξήγησης. Κεντρική θέση των Σεμιναρίων πάνω στην Ψύχωση αποτελεί η θετική για την προσωπική ανάπτυξη του ψυχωσικά βιούντος υποκειμένου θεώρηση της Ψύχωσης.
Ένας από τους κύριους στόχους τους στη Γερμανία αποτελεί η ανάπτυξη θεωρητικών κατασκευών γύρω από την ψύχωση, που θα λειτουργήσουν εναλλακτικά προς την κυρίαρχη ψυχιατρική και κοινωνικοψυχιατρική λογική, συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση διαφορετικών όρων στη συλλογική συνδιαλλαγή γύρω από το θέμα.
7.5. Παραγωγικές Μονάδες Εργασίας (απάντηση στα προστατευμένα εργαστήρια)
7.6 Τριάλογος: Πρόκειται για μια νέα πρόταση πάνω στη διαπραγμάτευση όλων των θεμάτων των σχετικών με την ψυχική υγεία και τη λήψη αποφάσεων σ’ αυτά, στη βάση της αναγκαίας εκπροσώπησης και των τριών ομάδων που εμπλέκονται, δηλαδή των άμεσα ενδιαφερόμενων, των συγγενών και των επαγγελματιών ψυχικής υγείας.
Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν:
Οι λεγόμενες «Συζητήσεις Συνεργασίας» (Kooperationsgespräche) μεταξύ άμεσα ενδιαφερομένων και επαγγελματιών ψυχικής υγείας πάνω σε θέματα ψυχιατρικής πραγματικότητας, σταθερά από το 1993 .
Το 1994 οργανώνεται στο Αμβούργο ως το πρώτο τριαλογικό συνέδριο το 34ο Συνέδριο Κοινωνικής Ψυχιατρικής (Abschied von Babylon) χωρίς καμιά οικονομική υποστήριξη από φαρμακευτικές εταιρείες και με πάνω από 10.000 συμμετοχές από όλον τον κόσμο.
Η αρχή του Τριαλόγου είναι παρούσα σε όλες τις διαπραγματεύσεις με την κοινωνία και την πολιτική σε θέματα ψυχικής υγείας τα τελευταία δέκα χρόνια στην Γερμανία.
8. Σχήματα στήριξης της αυτοβοήθειας στα πλαίσια ψυχιατρικών θεσμών
Στη συνέχεια επιχειρείται – εν είδει πρώτων ερεθισμάτων - μια σύντομη παρουσίαση θεσμών κοινωνικού ελέγχου στο εσωτερικό ψυχιατρικών θεσμών σε χώρες της βόρειας Ευρώπης, που βεβαίως δεν αποτελούν άμεσα μέρος του κινήματος αυτοβοήθειας και συχνά δρουν εφησυχαστικά ή επιφανειακά εκσυγχρονιστικά μιας βάναυσης στην ουσία της ψυχιατρικής καθημερινότητας. Προέρχονται ωστόσο ιστορικά από το κίνημα αυτοβοήθειας της δεκαετίας του 1970 και διατηρούν τη δυναμική τους, ως συστήματα που μπορούν να υποστηρίξουν το αυτονόητο της αυτοβοήθειας και να αποβούν πολύ χρήσιμα σε μια μακροπρόθεσμη πορεία ενίσχυσής της.
Τα τρία πρώτα σχήματα που παρουσιάζονται (Γραφεία Διαμαρτυρίας-Συνήγορος Ασθενούς-Πρόσωπο εμπιστοσύνης) είναι ακόμα θεσμοί υπό διαμόρφωση, στο γερμανικό χώρο συχνά μπερδεύονται οι όροι μεταξύ τους, ή χρησιμοποιούνται εναλλακτικά. Χρηματοδοτούνται από διαφορετικούς στην κάθε περίπτωση φορείς, βρίσκονται σε ασαφές νομικό και οικονομικό στάτους και δεν παρουσιάζουν κάποια ενιαία μορφή.
Από φιλοσοφική πλευρά στηρίζονται στην ιδέα του ασθενούς ως πελάτη-αγοραστή-χρήστη υπηρεσιών και στο εμπορικό απόλυτο ότι ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Ενδεικτικό αυτής της στάσης είναι το γεγονός ότι π.χ. στο Αμβούργο της Γερμανίας αυτές οι πρωτοβουλίες συστεγάζονται στην υπηρεσία προστασίας του καταναλωτή!...
α. Γραφεία Διαμαρτυρίας
Ιστορική αφετηρία των γραφείων αυτών αποτέλεσε η εμπειρία που ακολούθησε την καταστολή της Σοσιαλιστικής Κοινότητας Ασθενών της Χαϊδελβέργης, ξεπήδησαν δηλαδή ως ιδέα από μέλη και φίλους εκείνης της εμπειρίας. Στηρίζονται στη διαπίστωση ότι στην ψυχιατρική καταπατούνται κατάφορα ανθρώπινα δικαιώματα και οι νοσηλευόμενοι υπόκεινται παράνομα ή παράτυπα σε μέτρα παρά την θέλησή τους. Τόσο οι ίδιοι, όσο και τα συγγενικά ή φιλικά τους πρόσωπα δεν γνωρίζουν τα νομικά τους δικαιώματα ή είναι πολύ αδύναμοι την στιγμή της εισαγωγής και της νοσηλείας τους, ώστε να τα διεκδικήσουν. Τα γραφεία διαμαρτυρίας έχουν ως αντικείμενό τους την άσκηση ελέγχου σε θέματα βίαιης εισαγωγής, απομόνωσης, καθήλωσης, βίαιης νοσηλείας, φαρμακοθεραπείας παρά την θέληση των άμεσα ενδιαφερόμενων.
Στη Γερμανία αναφέρονται για πρώτη φορά το 1975 στα πλαίσια της κριτικής πρότασης για μεταρρύθμιση της γερμανικής ψυχιατρικής (Psychiatrie-Enquete), στο β΄μισό της δεκαετίας του 1970 ιδρύεται το πρώτο γραφείο στην Κολωνία. Στη συνέχεια επεκτείνεται η ίδρυσή τους. Από το γραφείο διαμαρτυρίας Kommrum του Βερολίνου ξεπηδά η «Επίθεση των Τρελλών» το 1980, που οδηγεί στην ίδρυση του πρώτου γερμανικού Σπιτιού Φυγής το 1996.
Στην Ολλανδία και την Αυστρία η λειτουργία Γραφείων Διαμαρτυρίας είναι επιβεβλημένη μέσω νόμου.
Στη Γερμανία αυτή την στιγμή τα Γραφεία Διαμαρτυρίας απευθύνονται κυρίως - αλλά όχι μόνο - σε πρόσωπα, που δεν νοσηλεύονται ακόμα ή όχι πια σε ιδρύματα, αλλά διαμένουν στην κοινότητα. Λειτουργούν συνήθως σε εθελοντική βάση, σπανιότερα χρηματοδοτημένα από την κοινότητα. Στόχος τους είναι η ολόπλευρη ενημέρωση και συμβουλευτική ασθενών ή συγγενών τους για τα παραπάνω θέματα ή η καθοδήγησή τους σε νομικές διεκδικήσεις. Έχει διεπιστημονική σύνθεση (αντίθετα με την μοναχική δουλειά του προσώπου εμπιστοσύνης, το οποίο βεβαίως μπορεί να ζητήσει συμβουλή και στήριξη από ένα γραφείο διαμαρτυρίας). Αποτελείται συνήθως από επαγγελματίες του ψυχοκοινωνικού χώρου, δικαστές ή νομικούς, πολιτικούς παράγοντες της τοπικής κοινωνίας, μέλη οργανώσεων αυτοβοήθειας συγγενών και άμεσα ενδιαφερομένων, καθώς και ευαισθητοποιημένους πολίτες.
β. Το πρόσωπο Εμπιστοσύνης
Απευθύνεται σε πρόσωπα που νοσηλεύονται στο ψυχιατρείο και χρειάζονται εσωτερικά μια υποστήριξη στον τομέα προστασίας των δικαιωμάτων τους.
Στην Ολλανδία (από το 1975 ανεπίσημα, από το 1980 πιο συστηματικά, από το 1992 και δια νόμου), καθώς και στην Αυστρία κάθε νοσοκομείο είναι υποχρεωμένο να έχει ή να δεχθεί ένα τέτοιο πρόσωπο στο εσωτερικό του προς χρήση των ασθενών..
Τα καθήκοντα του Προσώπου Εμπιστοσύνης στην Ολλανδία (Ombudsmann, Vertrauensperson) αφορούν στην πληροφόρηση των ασθενών για δικαιώματα, παροχές, δυνατότητες δράσης και αντίδρασης στο εσωτερικό θεσμών. Δεν έχει ρόλο συμβουλευτικό προς το προσωπικό της κλινικής ή κάτι τέτοιο. Παίρνει σοβαρά την διαμαρτυρία του ασθενούς και τον καθοδηγεί στην ικανοποίηση του αιτήματός του. Διαμεσολαβεί μεταξύ ασθενούς και θεσμού σε περιπτώσεις διαμαρτυριών. Αν ο ασθενής το θέλει, τον συνοδεύει σε συζητήσεις με ιατρικό ή άλλο προσωπικό του νοσοκομείου και υποστηρίζει τα αιτήματά του.
Στη Γερμανία λειτουργούν σήμερα τα εξής μοντέλα: α) υπάρχει κάποιες ώρες την εβδομάδα κάποιο πρόσωπο διαθέσιμο στο εσωτερικό του ψυχιατρείου, υπηρεσιακά ανεξάρτητο απ’ αυτό. Καθήκον του είναι η πληροφόρηση ασθενών για δικαιώματα, παροχές, δυνατότητες δράσης και αντίδρασης στο εσωτερικό θεσμών. Δεν έχει ρόλο συμβουλευτικό προς το προσωπικό της κλινικής ή κάτι τέτοιο. Παίρνει σοβαρά την διαμαρτυρία του ασθενούς και τον καθοδηγεί στην ικανοποίηση του αιτήματός του. β) ο συνήγορος του ασθενούς (βλ. γ).
γ. Ο συνήγορος του ασθενούς
Πρόκειται για πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπεί τα συμφέροντα ψυχιατρικών ασθενών στη γερμανική Βουλή): Αποτελεί σήμερα επίσημη πρόταση στην Γερμανία. Στην Αυστρία είναι ήδη από την δεκαετία του 1990 θεσμοποιημένο. Η ιστορική προέλευση του συνήγορου του ασθενούς (Ombudsmann) βρίσκεται στη Σουηδία του 19ου αιώνα, όπου αποτελούσε μέλος του κοινοβουλίου, που είχε το καθήκον να εξετάζει αιτήματα διαμαρτυρίας από πολίτες σε οτιδήποτε σχετιζόταν με κατάχρηση, καταπάτηση δικαιωμάτων κλπ. Αργότερα αυτό διατηρήθηκε σχετικά με καταναλωτές προϊόντων και άλλων υπηρεσιών.
δ. Το θεραπευτικό Συμβόλαιο-η Ψυχιατρική Διαθήκη
Πρωτοπροτάθηκε σε μια πρώτη μορφή του από τον Τόμας Σάζ το 1982.
Στην Γερμανία η πρόταση πήρε τη μορφή της «ψυχιατρικής διαθήκης» από μέλη ριζοσπαστικών ομάδων αυτοβοήθειας κατά τη δεκαετία του 1980. Το ζητούμενο είναι η σύνταξη ενός από συμβολαιογράφο και δικηγόρο επίσημα επικυρωμένου εγγράφου, όπου θα αναγράφεται η θέληση του ασθενούς σχετικά με τους τρόπους νοσηλείας και θεραπείας του, ιδιαιτερότητες του τρόπου ζωής του που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την διάρκεια της νοσηλείας του, η εντολή του σε θέματα ψυχιατρικής εισαγωγής και λήψης ψυχοφαρμάκων, πληρεξουσιοδότηση σε πρόσωπα εμπιστοσύνης, ρύθμιση των όρων σε περίπτωση που θα χρειαστεί το άτομο να τεθεί υπό δικαστική απαγόρευση, η υποχρέωση του προσωπικού του ψυχιατρικού καταστήματος για λεπτομερή καταγραφή όλων όσων συμβαίνουν σχετικά με το νοσηλευόμενο πρόσωπο κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του. Πρέπει να συνταχθεί σε περίοδο που το άτομο δεν είναι σε κρίση και να προσκομίζεται στον αντίστοιχο νοσηλευτικό θεσμό σε περιόδους κρίσεων και ενδεχόμενης προσαγωγής του.
Η Ψυχιατρική Διαθήκη διαφέρει από το λεγόμενο «θεραπευτικό συμβόλαιο» στο ότι προτίθεται να έχει νομική ισχύ, που σημαίνει κυρώσεις για τα άτομα που δε θα την τηρήσουν ή θα προσπαθήσουν να την υπονομεύσουν. Επίσης δεν αναγνωρίζει «θεραπευτική» σχέση σε επίπεδο δικαιωμάτων, με την έννοια ότι δεν αναγνωρίζει την ισότιμη συμμετοχή γιατρών ή άλλων θεραπευτών στη σύνταξη της διαθήκης, πράγμα που υπονοείται στο θεραπευτικό συμβόλαιο (και στην πράξη καταστρατηγείται εις βάρος της γνώμης των νοσηλευομένων).
Τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια προωθείται στη γερμανική ψυχιατρική μάλλον η έννοια του συμβολαίου και όχι αυτή της διαθήκης, για ευνόητους πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους. Από το 1994 η σύνταξη του λεγόμενου «θεραπευτικού συμβολαίου» αποτελεί εφαρμογή ρουτίνας στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο του Μπίλεφελντ. Στο κρατίδιο Ράινλαν-Πφάλζ είναι με νόμο υποχρεωτική η εφαρμογή του σε όλους τους θεσμούς ψυχιατρικών παροχών. Η τάση αυτή επεκτείνεται με ταχείς ρυθμούς.
Σ’ αυτό το είδος του θεραπευτικού συμβολαίου ασκείται κριτική από Ομάδες Αυτοβοήθειας, οι οποίες το χαρακτηρίζουν γραφειοκρατικό, ότι υποστηρίζει την κυριαρχία των επαγγελματιών, δύσκολο στη μορφή του να συνταχθεί από μη επαγγελματίες. Επίσης θέτουν ένα θεμελιακό ερώτημα, όταν αμφισβητούν την αναγκαιότητα του να κλειστεί έγγραφη συμφωνία πάνω στα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, με την έννοια ότι κάτι τέτοιο νομιμοποιεί έμμεσα την καταπάτησή τους.
ε. Επιτροπές ελέγχου – ειδικά ελεγκτικά συμβούλια (Besuchskommisionen, Begehungskommissionen, Fachbeiräte): τα σχήματα αυτά υπάρχουν και λειτουργούν με διάφορους τρόπους στη Γερμανία ήδη από τη δεκαετία του 1970. Σήμερα οι επιτροπές αυτές συμπεριλαμβάνουν ως τακτικά μέλη τις εκάστοτε τοπικές οργανώσεις Αυτοβοήθειας ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία, μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές επιτυχίες της Ομοσπονδιακής Ένωσης Ανθρώπων με ψυχιατρική Εμπειρία.
Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα «στα χαρτιά» κάποιοι από τους παραπάνω θεσμούς, ως αποτέλεσμα της ανάγκης ευθυγράμμισης του ψυχιατρικού συστήματος με τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις περισσότερες περιπτώσεις παραμένουν όμως άγνωστοι και για τους ίδιους τους επαγγελματίες, που οφείλουν να τα εφαρμόσουν, πολύ περισσότερο δε για το κοινό και σχεδόν πάντα μένουν στην πράξη ανενεργοί.
Σε επίπεδο αυτοβοήθειας ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία, λειτουργεί εδώ και περίπου 4 χρόνια στην Αθήνα μια, διακριτικά υποστηριζόμενη από εξωτερική δομή του ΨΝΑ, σταθερή ομάδα, η οποία βρίσκεται μάλιστα σε σύνδεση με το ριζοσπαστικά διακείμενο «Ευρωπαϊκό Δίκτυο (πρώην) χρηστών και επιζησάντων της ψυχιατρικής» (ENUSP). Εκτός αυτού δεν υπάρχει τίποτα οργανωμένο. Λείπει ακόμα και η γλώσσα, θα ΄λεγε κανείς, για να μιλήσουμε για όλα τα παραπάνω.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ξενόγλωσση
1. Bock, Th., Deranders, J.E, Esterer,: Im Strom der Ideen. Stimmenreiche Mitteilungen über den Wahnsinn. Psychiatrie Verlag,
Bock, Th., Deranders, J.E, Esterer,
Buck, D., Bock, th.: Selsbtverständlichkeit von Psychosen. . In: Bock, Th., Weigand, H. (Hg). Handwerksbuch Psychiatrie.Psychiatrie Verlag, 1991, s. 15.
Brill, E.: Selbsthilfegruppen und -organisationen. Ein Tabu durchbrechen. In: Bock, Th., Weigand, H.:Handwerksbuch Psychiatrie, Psychiatrie Verlag,
5. Chamberlin, J. (1978). On our own: Patient-controlled alternatives to the mental health system.
6. Chamberlin, J. (1990). The ex-patients' movement: Where we've been and where we're going. The Journal of Mind and Behaviour, 11, 323-336.
Dörner, K.: Bürger und Irre. Zur Sozialgeschichte und Wissenschaftssoziologie der Psychiatrie. Europäische Verlagsanstalt,
8. Emerick, R.E. (1989). Group demographics in the mental patient movement: Group location, age, and size as structural factors. Community Mental Health Journal, 25, 277-300.
9. Emerick, R.E. (1990). Self-help groups for former patients: Relations with mental health professionals. Hospital and Community Psychiatry, 41, 27 -34.
10. Emerick, R.E. (1991). The politics of psychiatric self-help: Po1itical factions, interactional support, and group longevity in a social movement. Social Science and Medicine, 32, 1121-1128.
11. Emerick, R.E. (1992). Group structure and group dynamics for ex-mental patients. In A.H. Katz, H.L. Hedrick, D.H. Isenberg, L.M. Thompson, T. Goodrich, and A.H. Kutscher (Eds.), Self-help: Concepts and applications (pp. 281-294).
12. Emerick, R.E. (1995). Clients as claims makers in the self-help movement: Individual and social change ideologies in former mental patient self-help newsletters. Psychosocial Rehabilitation Journal, 18, 17-35.
Kandolf et al.,1989
Kardoff, E., Stark, W.: Forschung im psychosozialen Bereich. Praxisorientierte Forschung als parteiliche Foschung.in: Keupp & Rerich (Hg): Psychosoziale Praxis,ein Handbuch in Schlüsselbegriffen, U & S Psychologie, München-Wien-Baltimore, 1092, s. 291.
Κurtz, Linda Farris: Self-help and support groups. A Hanbook for practionioners. Sage Publications,
Thomasina, Jo Borkman: Understanding Self-Help-Mutual Aid. Experiential learning in the commons.
Mäkelä, K., Arminen, I.,
Help Movement. A study in eight societies. The
Hatzidimitriadou, Eleni: Political Ideology, Helping Mechanism and Empowrement
of Mental Health Self-help/ mutual aid Groups. In: Journal of Community & Applied
Social Psychology, 12:271-285 (2002). Published online in Wiley InterScience
(http://www.interscience.wiley.com/).
Ελληνόγλωση
Εμμανουηλίδου, Α..: ΄Ελεγχοι ποιότητας στην ψυχοκοινωνική περίθαλψη: η περίπτωση της ψυχιατρικής. Στο: Τετραδια Ψυχιατρικής, Νο71, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2000, 38-48.
Κούπερ, Ντεϊβιντ: Η γλώσσα της τρέλας.Εκδ. Ελεύθερος τύπος, Αθήνα,1978.
Κούπερ, Ντεϊβιντ: Ψυχιατρική και αντιψυχιατρική. Εκδ.Ράππα, Αθήνα, 1974.
Λαινγκ Ρόναλντ: Η πολιτική της εμπειρίας και το πουλί του παραδείσου. Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1977.
Λαίνγκ, Ρόναλντ: Διχασμένος εαυτός. Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1975.
Λαίνγκ, Ρόναλντ :Η σοφία, η τρέλλα και η ανοησία – η κατασκευή ενός ψυχίατρου. Εκδ. Πράξις, Αθήνα, 1990.
Μπαϊρακτάρης, Κ.: Ψυχική υγεία και κοινωνική παρέμβαση-εμπειρίες, συστήματα, πολιτικές. Εναλλακτικές Εκδόσεις/Αντιπαραθέσεις, 1994.
Πλουμπίδης, Δ.: Ιστορία της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα. Εκδ. Τρίαψις Λόγος, Αθήνα,1989.
Σαζ, Τόμας: Ο μύθος της ψυχικής αρρώστιας. Εκδόσεις Κάσολου, Αθήνα, 1976.
Σοσιαλιστική Κοινότητα Ασθενών: Oι ψυχασθενείς ενάντια στο κεφάλαιο. Εκδ. Κομμούνα, χ.χ.
Φουκώ, Μισέλ: Η ιστορία της τρέλλας. Εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, χ.χ.
Φουκώ, Μισέλ: Ψυχική αρρώστια και ψυχολογία. Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα,1988.
ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ
ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ
· 1972: SPK, Heidelberg
· 1975: Πρώτο Γραφείο Διαμαρτυρίας στην Κολωνία
· 1980: «Η επίθεση των Τρελών» (Irrenoffensive)
· 1983: το πρώτο Σπίτι-Καταφύγιο για ψυχικά πάσχοντες (Run-away-house) στην Ουτρέχτη της Ολλανδίας
· 1985: Ομοσπονδιακή Ένωση Συγγενών Ψυχικά Πασχόντων, Γερμανία.
· 1987 : «΄Ενωση προστασίας από την ψυχιατρική βία» (Verein zum Schutz von psychiatrischer Gewalt).
· 1987: ξεκινά ο πρώτος σχεδιασμός Σπιτιού-Καταφυγίου (Weglaufhaus) του Βερολίνου
· 1989: ιδρύεται το αγγλικό «δίκτυο ανθρώπων που ακούν φωνές»(Hearing voices network).
· 1991: συγκροτείται επίσημα η «Ομάδα εργασίας των άμεσα ενδιαφερομένων» (Arbeitsgruppe Betroffene) η οποία οργανώνει …
· 1992: συνέδριο με τίτλο «Οι άνθρωποι με ψυχιατρική εμπειρία σπάνε τη σιωπή τους». Σ’ αυτό το συνέδριο αποφασίζεται η ίδρυση …
· 1992: «ομοσπονδιακή οργάνωση ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία» (Bundesverband Psychiatrieerfahrener e.V.), με παραρτήματα στα διάφορα γερμανικά κρατίδια. Το 1998 είχαν καταγραφεί πάνω από 80 Ομάδες αυτοβοήθειας και πάνω από 650 ενεργά μέλη της συνομοσπονδίας.
ü Το 1995: έρευνα σχετικά με την ποιότητα της ψυχιατρικής περίθαλψης στη Γερμανία, όπου συγκέντρωσε, συστηματοποίησε και αξιολόγησε απόψεις από πολυάριθμους ψυχιατρικούς νοσηλευθέντες στη Γερμανία και κατέληξε να προτείνει συγκεκριμένες θεσμικές και επί του περιεχομένου αλλαγές.
ü Το 1996 συμμετείχε στην ίδρυση το Σπίτι Φυγής στο Βερολίνο
ü Το 1997 συμμετείχε στην ίδρυση του γερμανικού δικτύου «Ακούω Φωνές»
ü Το 1997 θεμελίωσε από κοινού με το Τμήμα Ψυχολογίας του πανεπιστημίου του Αμβούργου το πρώτο γερμανικό «Σεμινάριο πάνω στην Ψύχωση» (βλ. αργότερα).
ü Ταυτόχρονα εκδίδει περιοδικό έντυπο, οργανώνει σεμινάρια πάνω στην ψύχωση, στηρίζει έμπρακτα και εμψυχώνει την ίδρυση και λειτουργία νέων ομάδων αυτοβοήθειας στη γερμανική επικράτεια, αναλαμβάνει την πληροφόρηση ασθενών πάνω στα δικαιώματά τους, συνδιοργανώνει και συμμετέχει σε συνέδρια, έκδοση εντύπων (πάνω από 60 εφημερίδες από άμεσα ενδιαφερόμενους) και βιβλίων, προσφέρει στήριξη για την ίδρυση Κέντρων Διαμαρτυρίας, και καθιέρωσης θεσμών όπως η Ψυχιατρική Διαθήκη και το Θεραπευτικό Συμβόλαιο.
ü Συγκεντρώνει υπογραφές και ασκεί πολιτική πίεση για διάφορα σημαντικά θέματα στο χώρο της ψυχιατρικής (δημοκρατικότερες συνθήκες νοσηλείας, χρηματοδότηση συγκεκριμένων θεραπευτικών μεθόδων από τα ταμεία υγείας κλπ), εκδίδει πραγματογνωμοσύνες για σχετικά θέματα, συμμετέχει σε επιτροπές.
ü Συμμετέχει στο «Ευρωπαϊκό Δίκτυο (πρώην) χρηστών καιεπιζησάντων της ψυχιατρικής» (ENUSP), το οποίο και εκπροσωπεί στην Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας.
ΜΟΝΤΕΛΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΩΣΗ
Σπίτια Φυγής (απάντηση σε μοντέλα τύπου «Σωτηρίας»)
Berlin, 01.01.1996, Villa Stöckle
Για άστεγους ψυχιατρικούς ασθενείς
ü 13 θέσεις, μεικτά ως προς το φύλο(ένας όροφος μόνο για γυναίκες)
ü 6 μήνες παραμονή και προστασία
ü δημόσια χρηματοδότηση από ένα τμήμα της πρόνοιας (για ανθρώπους ευρισκόμενους σε ιδιαίτερο ψυχοκοινωνικό κίνδυνο)
ü 24ωρη συνοδεία από έμπειρο εκπαιδευμένο προσωπικό, κατά 50% με προσωπική ψυχωσική προϊστορία, ατομική συνοδεία.
ü Επεξεργασία της προσωπικής τους ψυχιατρικής τους ιστορίας
ü Μη λήψη φαρμάκων
ü Εκ νέου απαίτηση των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων τους
ü Ανάπτυξη μιας νέας επαγγελματικής ή άλλης προσωπικής προοπτικής
ü Εναλλακτικό προς μια νοσηλεία στο ψυχιατρείο.
Ξενοδοχείο για ανθρώπους με ψυχιατρική εμπειρία (Psychatrieerfahrener Hotel). (Σουηδία)
Windhorse Begleitgruppen (Ομάδες συνοδείας το άλογο του ανέμου). (E.M.Podfoll και J.Fortuna)
Σεμινάρια πάνω στην ψύχωση
Απάντηση στα Προγράμματα Ψυχοεκπαίδευσης.
Sophie Zerchin, Dorothea Buck, Thomas Bock
· 1987: Μάαστριχτ Ολλανδίας- τηλεοπτικό σώου, καθ. Μάριους Ρόμ Παν/μιο Λίμπουργκ,
· 1989 Αγγλία: «δίκτυο ανθρώπων που ακούν φωνές». Περιοδικό και συναντήσεις για άμεσα ενδιαφερόμενους και μη. Πρόδρομος των σεμιναρίων για την ψύχωση.
· 1995 Το 1ο σεμινάριο πάνω στην ψύχωση στο Μάαστριχτ.
· 1996 Το 1ο σεμινάριο πάνω στην ψύχωση στην Ουαλία
· 1997 Στο Αμβούργο, Παν/μιο, το 1ο γερμανικό εργαστήριο στο θέμα .
Παραγωγικές Μονάδες Εργασίας (απάντηση στα προστατευμένα εργαστήρια)
Τριάλογος
Σχήματα στήριξης της αυτοβοήθειας
στα πλαίσια ψυχιατρικών θεσμών
Γραφεία Διαμαρτυρίας
Το πρόσωπο Εμπιστοσύνης
Συνήγορος του ασθενούς
Το θεραπευτικό Συμβόλαιο-η Ψυχιατρική Διαθήκη
Επιτροπές ελέγχου – ειδικά ελεγκτικά συμβούλια
[1] Κλινική Ψυχολόγος, Ελληνικό Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών Θεσσαλονίκης. Ηλεκτρονική διεύθυνση επαφής: annaemmanouelidou@web.de
[2] Για περισσότερες πληροφορίες στα αγγλικά σχετικά με τη Γερμανική εμπειρία βλ. ενδεικτικά στο διαδίκτυο:
www.peter-lehmann-publishing.com/info/alternatives.htm).
Επίσης:http://www.antipsychiatrieverlag.de/verlag/titel/stoeckle.htm#english